Είδαμε

Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ

Τέσσερις και μία μορφές μας περιμένουν καθώς εισερχόμαστε στην αίθουσα. Ξύπνιοι ανάμεσά μας, ανταλλάσσουν βλέμματα αινιγματικά. Η σιωπή σπάει από τον καλλιτέχνη Ρούμπεκ. Απέναντί του η Μάγια. Μια γυναίκα που δεν τον καταλαβαίνει. Μία γυναίκα που μάλλον τον ανέχεται. Δυο άλλες τους παρακολουθούν σιωπηλά. Ίσως τελικά να υπάρχει μόνο ένας ζωντανός, ο κυνηγός. Ψήγματα πάθους ζωντανεύουν σ’αυτόν και την Μάγια. Ο Ρούμπεκ αναγνωρίζει μια μορφή από το παρελθόν. Ίσως εκείνη να μπορεί να τον κάνει να νιώσει ζωντανός, όπως τότε. Μπορούν όμως άραγε να είναι ξανά ζωντανοί, ελεύθεροι; Οι τελευταίες λέξεις της μαυροφορεμένης σκορπίζουν με ειρωνεία τον χώρο. Ειρήνη..Υμίν..

Ένας Ίψεν μοναδικός αναγεννιέται στα χέρια του Δημήτρη Καραντζά και των ηθοποιών του. Ο θάνατος συμβολικός ή πραγματικός κυριαρχεί σε όλη την παράσταση. Το σκηνικό (Πουλχερία Τζόβα) είναι κενό σαν τις ζωές τους. Η μουσική (Δημήτρης Καμαρωτός) επαναλαμβάνεται μονότονα σαν την επανάληψη των παθών τους. Ακόμα κι ο φωτισμός (Αλέκος Αναστασίου) λούζει το σκηνικό μέχρι τους θεατές εωσότου πεθάνει και αυτός στην τελευταία σκηνή, όταν όλα θα σβήσουν στο πρόσωπο της Ειρήνης.

Οι χαρακτήρες ξετυλίγονται υπέροχα από τις ερμηνείες. Ο Περικλής Μουστάκης απολαυστικός στον ρόλο του ψυχαναγκαστικού γλύπτη, απολαμβάνει τις σκέψεις  και την τέχνη του, με την απαράμιλλη Ρένη Πιττακή ως υστερική Ειρήνη να του θυμίζει περασμένες ευτυχίες δίχως να μπορεί να υπάρξει μακριά του. Η Μαρία Κεχαγιόγλου με τον Μιχάλη Σαράντη ασύλληπτοι σαν το παθιασμένο δίδυμο που λόγω της απλότητας και αφέλειας του μοιάζει να ξεγλιστρά απ’τον θάνατο. Και τέλος η Αλεξία Καλτσίκη, καταλύτης της παράστασης στις τελευταίες της κραυγές κρατάει έναν σιωπηλό μα τόσο εκφραστικό ρόλο με τις κινήσεις και τα βλέμματά της.

Ο Ίψεν γράφει το έργο το 1899, την ίδια χρονιά που εκδίδει ο Φρόυντ την «Ερμηνεία των Ονείρων». Η αδύνατη συνάντηση των φύλων και ο θάνατος κυριαρχούν στον έργο. Μία κενή γυναίκα που ψάχνει να κρατηθεί στη ζωή απ’ το πάθος για έναν εξίσου κενό κυνηγό αρκούδων. Ένας καλλιτέχνης άντρας που βρίσκει συμπτωματικό καταφύγιο στην τέχνη του. Μία παλιά ερωμένη του να του αφιερώνεται μόνο για να τον ξαναβρεί νεκρό από επιθυμία  ενώ ταυτόχρονα μία μαυροφορεμένη γυναίκα ακολουθεί την Ειρήνη παντού σαν την παλιά της νιότη που ζητά εκδίκηση. Ο Ίψεν στην ηθογραφία του ψυχαναλύει πριν τον Φρόυντ.

Οι ερμηνείες που δίνει ο θεατής μετά το τέλος του έργου ποικίλλουν, κι αυτό λόγω της ιδιοφυούς σκηνοθεσίας του Δημήτρη Καραντζά. Βάζει τους ηθοποιούς να χορεύουν «αμήχανα» όσο συζητούν, να τραγουδούν ανάμεσα στα λόγια τους, να είναι τόσο αντισυμβατικοί στις πράξεις τους. Ερωτηματικά γεμίζουν τον θεατή για αυτό που συμβαίνει στην σκηνή. Βλέπει ερωτικές ιστορίες ανθρώπων στην Νορβηγία του 1900 ή μιλάμε για κάτι πιο μεγάλο?

 Η σκηνοθεσία γεμάτη συμβολισμούς, δεν επιτρέπει την ταύτιση με τους ηθοποιούς και είναι τόσο αινιγματική ώστε να αφήνει την φαντασία του θεατή να αναλογιστεί πολλά πέρα από αυτό που βλέπει. Ο Καραντζάς πρέπει να διέκρινε τις προεκτάσεις του κύκνειου άσματος του Νορβηγού συγγραφέα και μας το έδωσε να το απολαύσουμε σε όλο του το μεγαλείο.

Το κοινό αποχωρεί σαστισμένο και συζητά για το τι συνέβη πραγματικά πάνω στην σκηνή. Εδώ είναι και η νίκη των συντελεστών, απογειώνοντας ένα έργο μουσειακό σε κάτι τόσο συμβολικό που γεννά ερωτήματα, αμφιβολίες, ταρακουνάει πεποιθήσεις, και μιλά τόσο απλά για τόσο μεγάλα πράγματα. Ένα είναι σίγουρο. Ο Ερρίκος Ίψεν ξύπνησε ανάμεσα στους ηθοποιούς και βρίσκεται αυτή τη σεζόν στο Θέατρο Τέχνης.

Κείμενο/Διονύσης Αναλυτής

Advertisements