Είδαμε
Σχολιάστε

Η παρεξήγηση του Καμύ ΘΕΑΤΡΟ RADAR

Ένα πανδοχείο σε μια απομακρυσμένη περιοχή στην Τσεχία. Δυο γυναίκες, μάνα και κόρη, συζητούν παράξενα για τον νέο πελάτη τους. Μιλάνε για έγκλημα! Τον τελευταίο καιρό σκοτώνουν όποιον ανυποψίαστο έρχεται να βρει στέγη στο πανδοχείο τους, του παίρνουν τα λεφτά και τον ρίχνουν στο ποτάμι. Έτσι, θα μπορέσουν να φύγουν για την Αφρική όπου ο ήλιος τις περιμένει. Αυτός ο πελάτης όμως θα είναι ο τελευταίος. Ο ξένος δεν είναι άλλος παρά ο γιος που εγκατέλειψε και τις δυο 30 χρόνια πριν, μόνο που δεν καταφέρνουν να τον αναγνωρίσουν. Εκείνος αποφασίζει να δηλώσει ψεύτικο όνομα για να μπορέσει να τις γνωρίσει όπως πραγματικά είναι. Ένα παιχνίδι που θα αποβεί μοιραίο για όλους.

H «Παρεξήγηση» του Καμύ στο θέατρο Radar είναι συγκλονιστική. Όλη η παράσταση είναι βασισμένη στις σχέσεις των χαρακτήρων και στις ερμηνείες των ηθοποιών. Αυτό αντικατοπτρίζεται από την λίγη μουσική που συνοδεύει την παράσταση καθώς και από τον φωτισμό που είναι συνοδευτικός και πιστός στο σκοτάδι που τριγυρίζει τους ήρωες. Η Αναστασία Παπαστάθη σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί ως η απαθής κόρη που είναι αιχμάλωτη της επιθυμία της μητέρας. Η μητέρα (Μαρία Σκούντζου) είναι κουρασμένη από την δυστυχία και το έγκλημα, ο Κώστας Καζανάς ως Γιαν είναι ο γιος που παλεύει μέσα του για το αν πρέπει να γυρίσει στην οικογένεια του ή να μείνει στην ευτυχία με την γυναίκα του (Ηλέκτρα Αρσενίδου) και τέλος ο Υπηρέτης (Γιώργος Βούτος) σε ένα αινιγματικό ρόλο που μόνο στο τέλος αποκαλύπτεται. Όλοι οι ηθοποιοί είναι εξαιρετικοί σε ένα τόσο απαιτητικό έργο, και πραγματικά σε συνεπαίρνουν σε αυτό τον όλεθρο που μοιάζουν να μην μπορούν να αποφύγουν.

Το κείμενο έχει πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης. Βλέπουμε μια διαλυμένη οικογένεια όπου δεν υπάρχει πατέρας να λειτουργήσει ως συμβολικό στήριγμα και να διαχωρίσει το δίπολο μητέρα-παιδί. Ακόμα κι ο αδελφός δεν μπορεί να παίξει αυτό τον ρόλο μετά από τόσα χρόνια απουσίας και έρχεται στην ίδια κατοπτρική σχέση με την αδελφή του. Οι σχέσεις μεταξύ τους είναι μόνο φαντασιακές, γεγονός που προκαλείται από την ασίγαστη επιθυμία της μάνας που κοιτάει μόνο τον εαυτό της, και δεν μπορεί να χαρεί ούτε λίγο για την κόρη της και αντιθέτως την κρατά κοντά της για να απολαμβάνει. Η κόρη είναι δέσμια του βλέμματος της μητέρας που ακόμα και στις ελάχιστες στιγμές που της φέρνει αντίρρηση, πάντα υποκύπτει και της ζητά συγγνώμη για την παραφορά της. Και ο γιος? Έρχεται να εξιλεωθεί για την απουσία του και να τις σώσει, μόνο που αρνείται την ταυτότητα του. Είναι γεμάτος αμφιβολία, χαμένος στις σκέψεις του, έρχεται σε ρήξη με την γυναίκα του, και αιχμαλωτίζεται κι εκείνος -πραγματικά όμως αυτή τη φορά- στην επιθυμία της μητέρας και της αδερφής γεγονός που τον σκοτώνει και συμβολικά και κυριολεκτικά.

Και ο θεός; Που βρίσκεται ο θεός σε όλα αυτά; Δεν είναι τυχαίο που ο Καμύ βάζει τις δυο γυναίκες να είναι άθεες χωρίς καμία ελπίδα, και το ζευγάρι μόνο να πιστεύει στον θεό. Είναι κι αυτός ο αινιγματικός υπηρέτης που τριγυρνά συνέχεια γύρω τους, δεν μιλάει καθόλου αλλά μαθαίνουμε ότι μπορεί και ακούει. Μόνο στο τέλος αποκαλύπτεται η συμβολική μεταμφίεσή του: αυτός είναι ο θεός!

Ο θεός λοιπόν δεν είναι απών. Βρίσκεται ανάμεσα στους ανθρώπους, τους ακούει ασταμάτητα, αλλά δεν τους βοηθά. Ίσως τους οδηγεί και στην καταστροφή. Είναι αυτός που ενημερώνει τις γυναίκες για την πραγματική ταυτότητα του πλούσιου πελάτη μόνο αφού τον έχουν σκοτώσει, σαν να θέλει να τις τιμωρήσει. Μιλάει μόνο στο τέλος της παράστασης, στην έκκληση βοηθείας της Μαρίας, για να πει μια μόνο λέξη,  και η λέξη του είναι : «όχι». Στην παράσταση δεν χωράει κάτι άλλο για θεός. Η απουσία του πατέρα αντικατοπτρίζεται σε αυτόν τον Άλλο που υπάρχει, δεν αγαπά, και μπορεί να εξαπατά.

 Αν όλοι προσπαθούσαν να καταλάβουν τι θέλουν και να ξεφύγουν από αυτά τα θανατηφόρα οικογενειακά δίπολα, όλα θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Τραγική ειρωνεία. Οι γυναίκες δεν θα είχαν οδηγηθεί στο έγκλημα, ο γιος θα ζούσε ευτυχισμένος με την γυναίκα του μα και με την οικογένειά του. Εκεί στην Αφρική, στον ήλιο. Αλλά εδώ βασιλεύει μόνο ο θάνατος και η συναισθηματική απάθεια θριαμβεύει στο πρόσωπο της Μάρθας όταν εξηγεί στην Μαρία για τον θάνατο του Γιαν και τον χαρακτηρίζει ως μια «παρεξήγηση».

Ο Albert Camus βάζει ερωτήματα που ο καθένας καλείται να απαντήσει για τον εαυτό του. Υπάρχει θεός; Κι αν υπάρχει, πώς μοιάζει; Μ’ αγαπά; Τι αξία έχει το παρόν και το μέλλον αν μένεις εγκλωβισμένος σε επιθυμίες άλλων; Και πόσα ακόμα..Τέτοιες παραστάσεις θέλουμε, που μας βάζουν να σκεφτούμε, να νιώσουμε και ίσως να αλλάξουμε. Οι παραστάσεις έφτασαν στο τέλος για την φετινή σεζόν, ελπίζουμε να συνεχιστεί και του χρόνου.

 Κείμενο / Διονύσης Αναλυτής

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s