Είδαμε
Σχολιάστε

Η Ορέστεια του Γ.Χουβαρδά είναι μία ζωντανή παράσταση.

Η μοναδική σωζόμενη τριλογία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, η «Ορέστεια» του Αισχύλου σε μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη και διασκευή Γιάννη Χουβαρδά ανέβηκε φέτος το καλοκαίρι και άφησε ανάμικτα συναισθήματα σε κοινό και κριτικούς. Ενσωματώθηκαν και τα τρία έργα «Αγαμέμνων», «Χοηφόροι» και «Ευμενίδες» στην παράσταση και ερμηνεύτηκαν από δώδεκα ηθοποιούς, εναλλάσσοντας ρόλους μέχρι και στον Χορό. Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι εκπληκτικές με αποκορύφωμα την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ως Κλυταιμνήστρα και τον Νίκο Κουρή ως Αγαμέμνονα αλλά με μοναδική αδυναμία την ερμηνεία του Μαρκουλάκη ως Ορέστη που δεν ήταν αντάξια των υπολοίπων πρωταγωνιστών. Τα σκηνικά (Εύα Μανιδάκη) και τα κοστούμια (Ιωάννα Τσάμη) αντικατοπτρίζουν εξαιρετικά την ατμόσφαιρα της Ελλάδας του ’40 καθώς και η επιλογή των ελληνικών τραγουδιών του μεσοπολέμου (Σταύρος Γασπαράτος) που μοιάζουν σαν να γράφτηκαν ειδικά για την παράσταση.

Η παράσταση είναι μια αναφορά στην Ελλάδα του ’40, όμως από τη στιγμή που παίζεται τώρα γίνεται σύγχρονη, και ίσως να μιλά και για την Ελλάδα του τώρα. Μήπως τελικά η Ελλάδα του ’40 είναι ένα προπέτασμα; Στον Αγαμέμνονα βλέπουμε ξεκάθαρα να καταλύεται ο μύθος του στρατηλάτη παρά μοιάζει με έναν άξεστο πολεμοχαρή που γύρισε στην πατρίδα του με ερωμένη μια δούλα χωρίς κανένα σεβασμό στα ήθη και τα κοινωνικά πρότυπα. Όλοι του φέρονται σαν βασιλιά από φόβο και οι στρατιώτες επικροτούν την συμπεριφορά του. Έτσι, η σκηνοθεσία ήδη μας βάζει σε μια κριτική στάση για τη σημερινή εποχή μας με πολύ απλό και άμεσο τρόπο.

Η παράσταση διαρκεί δυόμιση ώρες που κάνει το όλο εγχείρημα να μοιάζει αδύνατο. Τρεις τραγωδίες μέσα σε μόνο δυόμιση ώρες; Τι μπορεί να λείπει; Εδώ υπάρχει η μεγάλη επιλογή του Χουβαρδά να μειώσει τα χορικά και να επικεντρωθεί στην δράση. Ας μην ξεχνάμε πως ο Χορός είναι η φωνή των πολιτών, που εκφράζει την σκέψη τους, τα ήθη τους, τις αμφιβολίες τους. Και είναι αυτός που τονίζει την τραγικότητα των συμβάντων και το μέγεθός τους. Κάτι τόσο βασικό απουσιάζει. Δεν μπορώ να σκεφτώ ότι αυτό έγινε τυχαία ή από την απλή σκέψη να χωρέσουν τρεις τραγωδίες σαν να ήταν μία. Θεωρώ ότι είναι μια συνειδητή σκηνοθετική επιλογή και καταλήγω στο ότι αυτή η φωνή του Χορού απουσιάζει γιατί στις μέρες μας απουσιάζει ή έστω φθίνει σε μεγάλο βαθμό αυτή η φωνή του λαού, οι αξίες του, και η γενικότερη έμπρακτη παρουσία του. Ο θεατής δεν ακούει αυτή τη φωνή, αλλά αφήνεται στον εαυτό του για να βγάλει συμπεράσματα. Αυτή όμως δεν είναι και η επιταγή της εποχής, καλώς ή κακώς; Ο καθένας μόνος του, με τις επιθυμίες του και τις ερμηνείες του, κλειστός σε ένα παγκόσμιο ιστό όπου συμβαίνουν συνέχεια πράγματα, αλλά δεν μιλά για αυτά σχεδόν κανείς.

Βέβαια αυτή η απουσία έχει και επιπτώσεις καλλιτεχνικές στο γεγονός ότι απουσιάζει η κορύφωση στο φινάλε του έργου όταν ο Ορέστης σκοτώνει την ίδια του την μητέρα και δικάζεται, αλλά αυτό πρέπει να μας προβληματίσει και όχι να μας αποθαρρύνει. Εδώ πρέπει να σταθούμε στο γεγονός ότι αυτή η παράσταση θέλει τους ήρωες στο ’40, δηλαδή τους θέλει γήινους, σαν εμάς. Και αυτό φαίνεται από τις ερμηνείες των ηθοποιών, ο μέθυσος, μοιχός και πολεμοχαρής σύζυγος Αγαμέμνονας, η ζηλιάρα και παθιασμένη  Κλυταιμνήστρα που τον φονεύει ενώ έχει κι εκείνη παράλληλα εραστή, και το παιδί που αν και άβγαλτο προχωρεί σε έναν φόνο χωρίς να ξέρει καλά καλά τι κάνει. Είναι όλοι άνθρωποι και όχι αρχαία σύμβολα. Αυτό διαφέρει έντονα σε αυτή την Ορέστεια και ίσως ήταν η αιτία που σάστισε και δυσαρέστησε πολλούς θεατές και κριτικούς.

Ακόμα και η επιλογή των σκηνικών είναι εκπληκτική, ειδικά όταν στο 3ο μέρος της παράστασης όλα τα έπιπλα σκεπάζονται με διάφανο πλαστικό, γεγονός που σύμφωνα με τον Χουβαρδά συμβολίζει έναν μη-τόπο, αλλά στα μάτια μου συμβολίζεται ο θάνατος σε δύο επίπεδα: ο θάνατος της μητέρας αλλά και ο θάνατος μιας ολόκληρης εποχής. Εδώ η μητέρα φονεύεται σε τρία επίπεδα: φονεύεται πραγματικά από τον γιο της, φαντασιακά γιατί πεθαίνει η επιθυμία της, και συμβολικά στο πρόσωπό της πεθαίνει η μητριαρχία, σηματοδοτώντας την αρχή της πατριαρχίας. Εδώ υπάρχει ένα τεράστιο άλμα στην σκέψη των αρχαίων Ελλήνων που αξίζει να σταθούμε. Ο δεσμός γιου-μητέρας αποδεικνύεται κατώτερος της σχέσης με τον πατέρα. Ο Ορέστης αθωώνεται από την  Αθηνά -από μια γυναίκα θεό-   γιατί η λειτουργία του πατέρα είναι πια αναγνωρίσιμη στον ελληνικό πολιτισμό της αρχαίας Ελλάδας. Βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας την μετάβαση από την φύση στον πολιτισμό. Το κοινωνικό νικά το φυσικό. Είναι ένα γεγονός μεγαλειώδες και εντείνεται η αξία του ακόμα πιο πολύ μέσα από την συγκεκριμένη σκηνοθετική επιλογή συνολικά.

Η αρχαία τραγωδία δημιουργήθηκε μια εποχή τόσο διαφορετική από την δική μας, όπου η σχέση των ανθρώπων με τον Νόμο, τους Θεούς, την εξουσία,  τα ήθη βρίσκεται σε τρομερή αντιδιαστολή με την δική μας τώρα, όπου φαίνεται ότι όλες οι αξίες καταρρέουν σιγά σιγά, χωρίς ακόμα κάτι καινούριο να έχει έρθει να τις αντικαταστήσει ή ενισχύσει εκ νέου. Προσωπικά είμαι υπέρ της καλλιτεχνικής προσπάθειας που έχει ως βάση τις επιθυμίες και το όραμα των συντελεστών και όχι στερεότυπα. Αλλιώς θα βλέπαμε συνέχεια την ίδια ακριβώς παράσταση, γεγονός που θα σήμαινε ότι τότε είναι πραγματικά νεκρή. Θέλουμε παραστάσεις σαν την Ορέστεια, που δεν μένουν μόνο στο εξαίρετο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα αλλά προχωρούν παραπέρα και προσπαθούν να αφυπνίσουν πνεύματα.

Κείμενο/Διονύσης Αναλυτής

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s