Είδαμε
Σχολιάστε

Παπαδιαμάντης σ’ανοιχτά νερά για έναν έρωτα ανεκπλήρωτο.

Γραμμένη το 1894, η «Νοσταλγός» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη ανήκει στην, πιθανότατα όχι ιδιαίτερα δημοφιλή, κατηγορία των ερωτικών του διηγημάτων. Αρκετά μακριά από το στερεότυπο του «αγίου» που ταλαιπωρεί την υστεροφημία του Παπαδιαμάντη (και σήμερα, ως και την απήχησή του στις νεότερες γενιές), η «Νοσταλγός» κουβαλά, ανάμεσα στα άλλα, το παπαδιαμαντικό πάθος του ανεκπλήρωτου έρωτα – ανεκπλήρωτου γιατί συντρίβεται, όχι από το βάρος τραγικών γεγονότων, αλλά στην περίπτωση της «Νοσταλγού», από το φορτίο της ίδιας της καθημερινότητας και των κανόνων της.

Αν και το ελληνικό θέατρο ανέκαθεν είχε σε εκτίμηση τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τα τελευταία χρόνια φαίνεται να πληθαίνουν οι παραστάσεις που βασίζονται σε κείμενά του, γεγονός που μπορεί να σημαίνει πολλά για την επανοικειοποίηση του έργου του, ιδίως των διηγημάτων του. Ενδεικτικά είναι, ανάμεσα σε άλλα, τα πρόσφατα ανεβάσματα, σε μικρούς ή μεγαλύτερους χώρους, του «Αμερικάνου», του «Ξεπεσμένου Δερβίση», του «Νεκρού Ταξιδιώτη».  Η «Νοσταλγός» (ανέβηκε πρώτη φορά στο Θέατρο Αλκμήνη την περασμένη σεζόν) από αυτή την άποψη πέφτει σε οργωμένο χωράφι,  «το έφεραν τα ρέματα ! Ξέρουν τι κάνουν τα ρέματα». Από την άλλη πλευρά, σε ένα κοινό που έχει συνηθίσει τα παπαδιαμαντικά ερεθίσματα, χρειάζεται δουλειά για να σταθείς, αλλά και τόλμη για να ξεχωρίσεις. Η «Νοσταλγός» στάθηκε, είναι μια παράσταση δουλεμένη, μελετημένη, ευχάριστη · ωστόσο, δεν είναι σίγουρο ότι καταφέρνει να ξεχωρίσει.

Η Αριέττα Μουτούση κρατά τον εκ πρώτης όψεως άχαρο ρόλο του αφηγητή, όντας μια Νοσταλγός σε προχωρημένη ηλικία, που με τη σειρά της νοσταλγεί η ίδια την νεανική της περιπέτεια – της απόπειρας για επιστροφή στην πατρίδα, για το σπάσιμο του ασφυκτικής καθημερινότητας της Λιαλιώς στο σπίτι του μπαρμπα-Μοναχάκη. Παρόλη την δεδομένη δυσκολία του παπαδιαμαντικού ιδιώματος, η Μουτούση παραμένει πειστική, υπηρετεί την αφήγηση σωστά,  χωρίς υπερβολές και μελοδραματισμούς που θα έκαναν το κείμενο να εξοκείλει. Δίπλα της, το δίδυμο Λογοθέτη – Λιόλιου, πιο ζωντανό και παιχνιδιάρικο, όπως ταιριάζει – βρίσκονται, εξάλλου, στο «τώρα» της ιστορίας.

Δεν είναι λίγοι οι αναγνώστες του Παπαδιάμαντη που υποστηρίζουν ότι το έργο του είναι πάνω απ’ όλα ζήτημα ατμόσφαιρας (σε αυτόν τον ισχυρισμό βρίσκουν πάτημα πολλές από τις  βάσιμες γκρίνιες και τις διαφωνίες σχετικά με την μεταγραφή του Παπαδιαμάντη στα σύγχρονα ελληνικά). Αν ο ισχυρισμός ευσταθεί, οι επιλογές της Άννας Παπαμάρκου, σε επίπεδο σκηνικών, φωτισμού και κίνησης την δικαιώνουν. Έργο νυχτερινό, σκιαθίτικο, που διαδραματίζεται σε μεγάλο μέρος του στην ανοιχτή θάλασσα, η «Νοσταλγός» ταίριαξε πολύ με την λιτή σκηνογραφία της Λένας Λέκκου και ακόμα περισσότερο με τους φωτισμούς της Ελευθερίας Ντεκώ. Ωστόσο, οι ευκολίες  που προσέφερε  το μαγνητοσκοπημένο υλικό μάλλον αποσυντόνιζαν  παρά προσέφεραν κάτι στην παράσταση –  θα μπορούσαν εύκολα να λείπουν.

Στη «Νοσταλγό» ο θεατής θα απολαύσει 75 λεπτά παπαδιαμαντικού λόγου δοσμένου τίμια και σε αρκετά σημεία ευρηματικά, σε ένα όμορφα δομημένο, συχνά χαμηλότονο σύνολο, με απόντα όμως τα στοιχεία που θα μπορούσαν να καταστήσουν την παράσταση αλησμόνητη.

   Κείμενο/Γιώργος Θάνος

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s