Είδαμε
Σχολιάστε

Η παράσταση «Μάρτυς μου ο Θεός» είναι ο ανάποδος καθρέφτης μας.

Το «Μάρτυς μου ο Θεός» συνεχίζεται σημειώνοντας επιτυχία για τρίτη χρονιά στον πολυχώρο Vault. Βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Μάκη Τσίτα, το οποίο απέσπασε και το βραβείο λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το 2014, η παράσταση συστήνει στο κοινό έναν λογοτεχνικό αντι-ήρωα, ένα καθρέφτισμα χαρακτηριστικών και παθογενειών του χαρακτήρα που σχηματικά και περιπαιχτικά αποκαλούμε «νεοέλληνα», σε ιστορίες που διαδραματίζονται στα χρόνια που μπορούν να χαρακτηριστούν ως prequel της περιόδου που βιώνουμε σήμερα.

Ένας χαρακτήρας που μπορούμε εύκολα να αναγνωρίσουμε ανακαλώντας ιστορίες που γνωρίζουμε προσωπικά από συγγενείς, γείτονες και συναδέλφους.

Πέρα από τις αναμφισβήτητες λογοτεχνικές αρετές του κειμένου (ο συγγραφέας έχει αναλάβει και την δραματουργική επεξεργασία του για την παράσταση) αλλά και την άρτια απόδοση του κλίματος και του πνεύματος του βιβλίου, ίσως εκεί εντοπίζεται και ο λόγος της ευρύτατης αποδοχής της παράστασης : όσο υπερβολικός μπορεί να φαντάζει εκ πρώτης όψης ο χαρακτήρας του Χρυσοβαλάντη, συγκεντρώνοντας επάνω του χαρακτηριστικά πολλές φορές αντιφατικά, αποτελεί ένα μωσαϊκό γνωρισμάτων που μπορούμε εύκολα να αναγνωρίσουμε ανακαλώντας ιστορίες που γνωρίζουμε προσωπικά από συγγενείς, γείτονες και συναδέλφους.  Ακόμα, σαν γνήσιος αντι-ήρωας, ο Χρυσοβαλάντης έχει το προνόμιο να είναι συμπαθής, ακόμα κι όταν εκφέρει απεχθείς απόψεις · οι ρατσιστικές αποστροφές του, για παράδειγμα, έχουν ως πηγή τους το προσωπικό του τσάκισμά, πνευματικό αλλά και ακόμα και σωματικό. Εξάλλου, ο κόσμος που τον πλαισιώνει, όπως χτίζεται κομμάτι – κομμάτι από τα λόγια του, κάθε άλλο παρά ειδυλλιακός είναι : ο Χρυσοβαλάντης, παρά τις ιδιαιτερότητες του και παρά την διαχρονική αρνητική αντιμετώπιση που γνωρίζει από τον περίγυρό του, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνίας σε διαχρονική πτώση, την οποία σκιαγραφεί.

Ένας μονόλογος από τα χείλη ενός χαρακτήρα σαν αυτόν του βιβλίου του Μάκη Τσίτα μπορεί να απογειώσει την θεατρική του απόδοση, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να κρύβει και παγίδες, καθώς το σύνολο μπορεί εύκολα να γλιστρήσει προς την υπερβολή, τον τονισμό των κωμικών στοιχείων σε βάρος της υποδόριας ειρωνείας – ή και το ακριβώς ανάποδο. Ο Χρυσοβαλάντης του Ιωσήφ Ιωσηφίδη είναι στέρεος, πιστευτός και απτός, καθόλου υπερβολικός, ενώ το πέρασμα του από το πικρά κωμικό πρώτο μέρος στην ολόπικρη καταβύθιση του τέλους γίνεται επίσης με μαεστρία – υπό την καθοδήγηση της Σοφίας Καραγιάννη. Την αίσθηση του κωμικού στο εναρκτήριο μισό εντείνει ο απότομος τεμαχισμός των επεισοδίων που αντλούνται από το βιβλίο, όπου το νευρώδες πέρα δώθε ανάμεσα στις ιστορίες από την εργασιακή πραγματικότητα, την καθημερινότητα, την οικογένεια, τις σχέσεις του Χρυσοβαλάντη με το άλλο φύλο σχεδόν θυμίζει μεθόδους που συναντάμε στο stand-up comedy.

Για λίγο παραπάνω από μια ώρα, ο Ιωσηφίδης δεν υποδύεται, γίνεται ο Χρυσοβαλάντης, βιώνει τον απαιτητικό του ρόλο με τις συνεχόμενες αλλαγές διάθεσης με χαρακτηριστική άνεση. Παρόλο που κάποιος μπορεί να διακρίνει επάνω του κωμική φλέβα, το ψυχολογικό πάνω – κάτω του κειμένου βρίσκει πάνω του ερμηνευτική στερεότητα.

Ένας ψυχωμένος μονόλογος που ακροβατεί πολύ εύστοχα ανάμεσα στο τραγικό και το γελοίο, ένα συγκεντρωτικό κάτοπτρο που δείχνει την (όχι μακρινή) εποχή της ευμάρειας από την ανάποδη.

 

Κείμενο/Γιώργος Θάνος

Βρείτε πληροφορίες για την παράσταση εδώ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s