Είδαμε
Σχολιάστε

Lacrimosa ή το Απέπρωτο.

Lacrimosa ή το Απέπρωτο. Τίποτε δεν περιγράφει το έργο καλύτερα από τον υπότιτλό του, ό,τι συμβαίνει στο έργο μοιάζει να μην μπορεί να συμβεί. Στην αρχή, ήταν η Σχισμή: Ένα ζευγάρι επιτυχημένων δικηγόρων εξαφανίζεται μυστηριωδώς αφήνοντας πίσω τα εντεκάχρονα παιδιά τους και κάποιους ακατάληπτους στίχους σε ένα μωβ ημερολόγιο. Έντεκα χρόνια μετά –απόψε- ο Κ και η Ρ στα εικοσιδύο τους, αποφασίζουν να υποδυθούν τους γονείς τους στην Τελετή προκειμένου να κατανοήσουν την αλλόκοτη εξαφάνιση και να τους βρουν στον μαγικό τόπο της Lacrimosa. Έτσι ξεκινάει το πνευματικό ταξίδι της παράστασης που όλο και εμπλουτίζεται, αλλάζει και αναγεννιέται..

Όταν μιλάμε για το φετινό Lacrimosa, μιλάμε για ένα θρίαμβο. Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Γιαμλόγλου μαζί με τους δύο τόσο νέους ηθοποιούς (Μάρθα Λαμπίρη – Fedorów, Μιχαήλ Ταμπακάκης) που μόλις τελείωσαν το Εθνικό Θέατρο, παίρνουν ένα έργο σχεδόν αδύνατο να παρασταθεί, και το μετατρέπουν σε ένα πνευματικό ταξίδι νοήματος, πόθων, ταυτίσεων και βουτιά στο βυθό του ασυνείδητου. Οι φωτισμοί (Μαριάννα Κοντούλη) ακολουθούν πιστά τον ρυθμό της παράστασης σε απόλυτη αρμονία με τα σκηνικά και τα κοστούμια (Αιμιλία Κακουριώτη). Το videoartείναι άρτιο και απαραίτητο στοιχείο της παράστασης μιας και υπάρχει μια αθέατη κάμερα σε όλη την παράσταση, σαν το τρίτο βλέμμα πίσω από τον τέταρτο τοίχο του σανιδιού. Τέλος, η μουσική (Γιάννης Πλαστήρας) περιορίζεται λόγω κειμένου στο ρέκβιεμ Lacrimosa του Mozart, δίνοντας όμως σωστά τον απαραίτητο ρεαλιστικό τόνο στο δράμα, εντείνοντας το πόσο πραγματικά μπορούν να είναι όλα τα τεκταινόμενα.

Το κείμενο του Θανάση Τριαρίδη είναι πυκνό και γεμάτο διφορούμενα και ανατροπές. Παίζει εκπληκτικά με την διαδικασία παραγωγής νοήματος που έρχεται πάντα εκ των υστέρων, και ενώ υπάρχει συνέχεια δράση, τελικά δεν οδηγούμαστε σε ένα κλασσικό φινάλε όπως σε όλα τα θεατρικά έργα. Το έργο θα μπορούσε να συνεχίζεται επ’ άπειρον, και τίποτα να μην το αφήνει να τελειώσει. Δεν ξέρουμε τι έχει συμβεί στα αλήθεια καμία στιγμή. Παρ’ όλα αυτά, η παράσταση καταφέρνει να έχει μια μόνιμη κορύφωση που αντικατοπτρίζεται στα καρφωμένα μάτια του κοινού προς την σκηνή.

Σαν μια ψυχανάλυση που παίρνει ένα υποκείμενο μέσα στη φαντασία και τον συμβολικό του κόσμο και το ταρακουνάει, έτσι κάνει και η φιλόδοξη παράσταση Lacrimosa. Δεν είναι τυχαίο που στο πρόγραμμα της παράστασης βλέπουμε αναφορά στον Φρόυντ και το ασυνείδητό του. Βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας να ενσαρκώνονται ταυτίσεις παιδιών με γονείς, αδερφιών μεταξύ τους, αιμομιξία, τα δίπολα έρωτας-θάνατος, επιστήμη-μαγεία, φαντασίωση-πραγματικότητα. Τα δύο αδέλφια παγιδευμένα στο παρελθόν και στην θανατηφόρα επιθυμία των γονιών τους απονεκρώνονται τα ίδια, και βρίσκουν καταφύγιο στην φαντασίωση. Δεν έχει σημασία αν την πιστεύουν ή όχι και οι δύο, η τελετή πραγματοποιείται και η σχισμή αρχίζει να τους ρουφά. Δεν είναι τυχαίο επίσης που μιλάμε για σχισμή, όπως οπή έχει χαρακτηριστεί από τον Λακάν το φροϋδικό ασυνείδητο, δείχνοντας τον σεξουαλικό του χαρακτήρα. Η επιστήμη μάχεται ενάντια τις φαντασιώσεις και τα παραληρήματα στο βωμό της αλήθειας. Ποιος έχει δίκιο; Απάντηση δεν υπάρχει.. Η αλήθεια και το νόημα υπάρχουν μέσα στην γλώσσα που είναι γεμάτη ολισθήσεις και κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα τίποτα. Τι είναι αγάπη; Αγάπη είναι να παίρνεις αποφάσεις για τον άλλο εκβιάζοντας ψυχολογικές ερμηνείες ή να σεβαστείς την επιθυμία του ακόμα κι αν είναι καταστροφική; Η παράσταση απαντά ότι αγάπη είναι  το αντίθετο της αλήθειας. Πρόκειται για μία ηθική στάση και ολόκληρη η  νεωτεριστική ηθική της κοινωνίας μας απογυμνώνεται στα πιο μύχια ερωτήματά της μέσα από τις λέξεις και την δράση.

Τι συμβαίνει τελικά στο Lacrimosa;! Το κοινό αποχωρεί σαστισμένο. Είναι από τις παραστάσεις που όλα είναι αίνιγμα. Οι συντελεστές καλούν το κοινό να συμμετάσχει στην παράσταση. Είναι αληθινό ό,τι πούμε ότι είναι αληθινό. Ή μήπως όχι; Αυτό το δίλημμα τρυπά την παράσταση αλλά προβάλλεται και στο κοινό. Σε κάθε επικοινωνία δύο ανθρώπων πάντα υποβόσκει ένα τρίτος που νοηματοδοτεί, είτε είναι υπαρκτός είτε όχι, ο μεγάλος Άλλος. Ο Τριαρίδης φαίνεται να το ξέρει καλά αυτό, και τοποθετεί το κοινό μέσα στο κόλπο με μία δραματουργική έμπνευση, ταυτίζοντάς το με την κάμερα που αποθανατίζει τα πάντα και δίνει το τελικό νόημα. Ο καθένας πρέπει να αποφασίσει τι ήταν πραγματικό ή όχι.. Η παράσταση μας κάνει να αμφιβάλλουμε για τα πάντα και αφυπνίζει την κοιμισμένη φαντασία μας, «Στο τέλος όλα θα είναι γαλήνη», λένε οι πρωταγωνιστές. Η γαλήνη των θεατών στο τέλος μεταφράζεται σε συναισθηματική αναταραχή και συνεχής σκέψη. Αλλά δεν είναι «καλύτερο» να αφυπνιστείς από το να είσαι πνευματικά νεκρός;

Κείμενο/Διονύσης Αναλυτής

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s