Είδαμε
Σχολιάστε

Είδαμε τον Γύρο του Κόμπου του Δημήτρη Δημητριάδη στο θέατρο TempusVerum.

«Έχεις σκεφτεί ποτέ πώς ό,τι πιστεύεις μπορεί να είναι λάθος;»

Ο Αρίσταρχος Ερμίδης κάνει ότι δεν ακούει την ερώτηση. Άλλωστε έχει πιο σημαντικά πράγματα για να ασχοληθεί. Ένα γράμμα του ετοιμοθάνατου φίλου του Λορέντζο τον έχει φέρει για μια ακόμα φορά στην Σικελία. Σκοπός του, να αποτρέψει την δολοφονία του Αλμπερτίνο, μικρότερου γιου και μόνου κληρονόμου του φίλου του, από τους δύο μεγαλύτερους αδελφούς του. Τα στοιχεία που του δίνονται είναι ελλειπή και ασαφή, κι ο Αρίσταρχος κινείται στο σκοτάδι της έπαυλης, προσπαθώντας να φωτίσει τα γεγονότα και να ανακαλύψει την αλήθεια. Οι δύο ζηλόφθονες αδελφοί, Βιττόριο και Τσέζαρε, οι γυναίκες τους, η μητέρα τους Βαλέρια και η αδελφή της και μητέρα του Αλμπερτίνο Πάολα, μάλλον τον παραπλανούν παρά τον διαφωτίζουν με τις μπερδεμένες και αλληλοαντικρουόμενες καταθέσεις τους.

Ο Αρίσταρχος όμως είναι διατεθειμένος να ξετυλίξει το νήμα αυτής της υπόθεσης. Είκοσι χρόνια πριν, κλήθηκε να αποτρέψει την δολοφονία του Φλάβιο από τον αδελφό του Λορέντζο και απέτυχε παταγωδώς. Ο Αρίσταρχος πέρασε όλα αυτά τα χρόνια συλλογιζόμενος την αποτυχία του και πλέον είναι σίγουρος ότι η φιλοσοφία του δεν θα λαθέψει για δεύτερη φορά. Δεν τον παίρνει να λαθέψει. Γιατί μια ακόμη αποτυχία του θα γκρέμιζε όλο το πνευματικό του οικοδόμημα. Αυτό που του πήρε μια ζωή να χτίσει, με αρετή και με στερήσεις.

Στην πραγματικότητα, η υπόθεση του έργου είναι μία πρόφαση, ένα τέχνασμα των χαρακτήρων, ώστε να παρασύρουν τον Αρίσταρχο στον δικό τους κόσμο, μία απόπειρα να ακυρώσουν τον δικό του, που είναι το έργο και η απόρροια μελέτης μιας ζωής. Μαζί με τον Αρίσταρχο παρασυρόμαστε και εμείς, μοιραζόμαστε την άγνοιά του και ψηλαφίζουμε στο σκοτάδι, με όποιες γνώσεις έχουμε να ανατρέπονται. Είμαστε ο Αρίσταρχος, ο ενάρετος άνθρωπος με την ικανότητα να κρίνει -αγαθή τη προθέσει- όλα τα κακώς κείμενα του κόσμου.

Ο φιλόσοφος όμως, δεν τριγυρίζει ψάχνοντας μόνο στην σκοτεινή έπαυλη, αλλά σε δεύτερο επίπεδο, στο ερεβώδες υποσυνείδητο του ανθρώπου. Ένα υποσυνείδητο όπου έχουν παραγκωνιστεί όλα τα ανθρώπινα πάθη, σαν σκιές, δεμένες στην Σπηλιά του Πλάτωνα, με τον οποίο συνομιλεί συνεχώς ο συγγραφέας, αμφισβητώντας αναφανδόν την αυθεντία του. Ο κόσμος των ιδεών δεν υπάρχει, είναι μια κατασκευή τόσο απομακρυσμένη από τον φυσικό, υλικό κόσμο, τον οποίο τόσο πολύ προσπαθεί να χαλιναγωγεί και να ελέγχει. Το σπήλαιο είναι ο μόνος κόσμος που υπάρχει, και για τον Αρίσταρχο, που τον έχει απαρνηθεί, μετατρέπεται σταδιακά σε λαβύρινθο, μόνο που ο μίτος δεν οδηγεί στην έξοδο (καθώς έξοδος δεν υπάρχει) αλλά κατευθείαν στον Μινώταυρο. Και, ναι μεν, ο ήρωας καλείται να σκοτώσει το τέρας, όχι όμως για να το ξορκίσει, αλλά για να πάρει την θέση του, καννιβαλίζοντάς το.

Ο Δημήτρης Δημητριάδης μας δίνει ένα συγκλονιστικό κείμενο, τόσο απρόσμενα κοντά στην αρχαία τραγωδία, με την σύγκρουση δύο ιδεών (Κόσμος-Φιλόσοφος, Σκοτάδι-Φως, Σάρκα- Πνεύμα) που κορυφώνονται στην αναπόφευκτη αλληλοεξόντωσή τους. Ταυτόχρονα, με την θεματική του απομακρύνεται από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, ή τουλάχιστον απὀ την εικόνα που έχουμε για αυτόν, καθώς εδώ εξαίρεται η σάρκα και καταδικάζεται κάθε πνευματική κατασκευή που δεν συμμορφώνεται με τις επιταγές της.

Το υπέροχο με αυτήν την παράσταση, είναι ότι κανένα στοιχείο της δεν βρίσκεται εκεί τυχαία. Ο παραμικρός ήχος, η παραμικρή κίνηση, το παραμικρό σκηνικό εύρημα, υπάρχουν για να εξυπηρετήσουν απόλυτα το έργο. Ο σκηνοθέτης Γιώργος Δούλος μας παραδίδει μία σφιχτοδεμένη, γεμάτη σασπένς παράσταση, με στοιχεία τόσο αρχαίου θεάτρου (φόνοι off-stage και αφήγησή τους, χορός) όσου και μοντέρνου, εκλεπτυσμένη και ταυτόχρονα ωμή, με αψεγάδιαστες ερμηνείες. Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο πώς, με τόσο δύσκολους και απαιτητικούς ρόλους, επιτυγχάνουν οι ηθοποιοί τόσο υψηλό επίπεδο υποκριτικής. Όλα συνοδευμένα εξαίσια με την υποβλητική ηχητική δραματουργία της Νίνας Σκριβάνου και διαποτισμένα από την πολύ εύγλωττη κίνηση της Κορίνας Κόκκαλη, ενώ επενδύονται από τις σκηνογραφικές και ενδυματολογικές επιλογές του σκηνοθέτη.

Εκ πρώτης όψεως, τα κοστούμια, μπορεί να μοιάζουν απλά και ανέμπνευστα, αλλά ένας προσεκτικός παρατηρητής θα θαυμάσει το πώς κάθε κομμάτι του ρουχισμού έχει επιλεγεί έτσι ώστε να υπογραμμίζει τον χαρακτήρα και τις ιδιότητες των δραματικών προσώπων. Το σκηνικό, με τον πέτρινο τοίχο του θεάτρου για φόντο και τα λευκά σακκιά παραγεμισμένα με παλιόχαρτα – τις ιδέες- που αργότερα γίνονται πέτρες που χτίζουν τον άνθρωπο μακριά από τον κόσμο, εντείνουν την εντύπωση του πλατωνικού σπηλαίου.

Εμείς, ως θεατές, καθισμένοι σε κερκίδες σχήματος πι, που παραπέμπουν ελαφρώς στο κοίλον του αρχαίου θεάτρου, παρατηρούμε αυτό το σπήλαιο και τις παράδοξες σκιές του να λικνίζονται εμπρός μας. Ταυτόχρονα έξω από αυτό και συμμέτοχοι στα δρώμενα, μπαίνουμε στον πειρασμό να αναρωτηθούμε πόσο κι εμείς δεν κυκλοφορούμε στον κόσμο, όντας σκιές των παθών και των πιστεύω μας, που, σύμφωνα με μια ενοχλητική φωνή από τα βάθη της παράστασης, μπορεί τελικά να είναι και λάθος.

Κείμενο/ Ελένη Βλαστάρη

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση θα βρείτε εδώ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s