Είδαμε
Σχολιάστε

Πώς ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο, όταν όλα πάνε κατά διαόλου; Είδαμε τον Καντίντ στο θέατρο Πόρτα.

Εσείς φιλοσοφείτε; Να μια ωραία ερώτηση στην οποία θα έπρεπε να απαντήσουμε στον επόμενο εκπρόσωπο δημοσκοπικής εταιρείας που θα χτυπούσε την πόρτα μας.

Τα στοιχεία είναι αποστομωτικά: Από το 1759, έτος της πρώτης έκδοσης του έργου «Καντίντ ή η αισιοδοξία» έχουν περάσει τρεις αιώνες και η απήχησή του στο αναγνωστικό κοινό παραμένει αναλλοίωτη. Άρα οι άνθρωποι φιλοσοφούν – θα απαντούσε κάποιος στο παραπάνω ερώτημα- αναζητούν απαντήσεις στα θεμελιώδη ερωτήματα περί ζωής, θανάτου, καλού, κακού, θεού και ανθρώπου. Ο Καντίντ όμως διαθέτει και ένα επιπλέον προσόν που τον καθιστά best seller στο δύσκολο πεδίο της φιλοσοφίας:  Είναι τέκνο ενός από τους σημαντικότερους στοχαστές του Διαφωτισμού, του αιρετικού Βολταίρου. Επιπλέον αποτελεί ένα πολύχρωμο πανηγύρι καταιγιστικών γεγονότων και απίθανων καταστάσεων και συγχρόνως μια ευτυχής συνάντηση της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας.

Φανταστείτε τώρα τι συμβαίνει όταν προστεθεί σε όλα αυτά και η μαγεία του θεάτρου: Το αποτέλεσμα είναι η παράσταση «Καντίντ ή η αισιοδοξία», που ανεβαίνει  στο θέατρο Πόρτα σε σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου, μια φρενίτιδα φιλοσοφικού στοχασμού πάνω στο θεατρικό σανίδι. Όποιος έχει παρακολουθήσει και άλλες δουλειές του Μοσχόπουλου στο παρελθόν δε θα τον ξενίσει η επισταμένη μελέτη του στους συγγραφείς και την εποχή τους: Σαίξπηρ, Γκολντόνι, Μαριβώ, Ευριπίδης, Καλντερόν και τώρα Βολταίρος.

Ο Φρανσουά Μαρί Αρουέ, το πραγματικό όνομα του Βολταίρου, είναι ο πιο γνωστός ίσως εκπρόσωπος του Διαφωτισμού, του νεωτερικού πνεύματος που ήρθε να αμφισβητήσει κάθε παραδεδομένη έννοια περί κοινωνίας και κράτους, να φιλοσοφήσει για την ανθρώπινη φύση και την πορεία της. Θιασώτης της ελεύθερης βούλησης, πολέμιος της θεοκρατικής κοσμοθεωρίας, με βιτριολικό χιούμορ, δημιουργεί έναν ήρωα, τον Καντίντ (Candida anima = αγνή ψυχή),ο οποίος ζει ένα απίθανο ταξίδι ενηλικίωσης, γεμάτο περιπέτειες, που καταλήγει σε δυο κατεξοχήν φιλοσοφικές παραδοχές: Κανένα νόημα δεν έχουν οι μεταφυσικές ανησυχίες, ενώ τελικά  η ουσία της ζωής βρίσκεται στα απλά πράγματα, όπως η καθημερινή εργασία.

Ο Καντίντ διαπνέεται σχεδόν σε όλο το ταξίδι του από τη φιλοσοφία του Leibniz: «Ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο!», τον διαβεβαιώνει ο μέντοράς του, ο απίθανος φιλόσοφος Πανγκλός που τον συντροφεύει. Ο Βολταίρος, ορκισμένος πολέμιος του Leibniz και της αισιόδοξης ενατένισης ενός αρμονικά πλασμένου από τον Θεό κόσμου, θα ανατρέψει με την παιγνιώδη μέθοδο αυτή τη φιλοσοφική θεώρηση και θα απαντήσει στη θέση της με την απλή διαπίστωση: Πώς ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο, όταν όλα πάνε κατά διαόλου;

Αυτήν την παιγνιώδη διάθεση, σε συνδυασμό με έναν άνευ προηγουμένου σαρκασμό, του μεγάλου φιλοσόφου ο Μοσχόπουλος την εκμεταλλεύεται στο έπακρο για να παρουσιάσει την αγαθή ψυχή του Καντίντ πάνω στη θεατρική σκηνή, περιστοιχισμένη από εκπροσώπους των φιλοσοφικών τάσεων της εποχής, από ανελέητους ιεράρχες , τυχοδιώκτες, φιλοσοφούντες ευγενείς, ανθρώπους που απλά επιβιώνουν αλλά και ανθρωποφάγους ιθαγενείς! Στήνει ένα μικρό θέατρο, στο οποίο πρωταγωνιστούν ο Καντίντ και οι αριστοκράτες συνομιλητές του, εντός της ευρύτερης θεατρικής παράστασης, με κύριο σύμμαχο την εικόνα: Ο Καντίντ εξιστορεί τα παθήματά του με τη βοήθεια ενός κουκλόσπιτου, ενώ τα εξαιρετικά κοστούμια της Κλαιρ Μπρέισγουλ ακροβατούν ανάμεσα στην εκζήτηση του 18ου αι. και τον φαντασμαγορικό κόσμο του καμπαρέ. Το σκηνικό συμπληρώνεται με το παιχνίδι των σκιών και της διονυσιακής, σε κάποιες περιπτώσεις, μουσικής.

Το ανθρώπινο δυναμικό όμως έχει τον πρώτο λόγο σε αυτές τις περιπτώσεις, οι ηθοποιοί, που αναλαμβάνουν να ενσαρκώσουν επί σκηνής την όποια ιδέα του σκηνοθέτη. Μια όμορφη ομάδα αποτελούμενη από ταλαντούχους νέους είναι η καλύτερη επιλογή, όπως αποδεικνύεται. Με επίκεντρο τον Μιχάλη Συριόπουλο, έναν αφελή, ονειροπόλο, αγνό Καντίντ, όπως ακριβώς τον φαντάστηκε ο Βολταίρος και μορφοποίησε ο Μοσχόπουλος, οι ηθοποιοί της παράστασης στήνουν ένα ξέφρενο υποκριτικό γαϊτανάκι, με διαρκείς μεταμορφώσεις. Στο τέλος απογυμνώνονται από κάθε είδους σύμβαση και κοιτάζουν τον θεατή κατάματα.

Και κάπως έτσι ο σκηνοθέτης κατορθώνει το στόχο του: «Ο Καντίντ ή η Αισιοδοξία έρχεται στο ΠΟΡΤΑ, για να προκαλέσει μ’ έναν τρόπο πνευματώδη και συνάμα πνευματικό ένα ειρωνικό αυτοσαρκαστικό μειδίαμα ή ένα γέλιο τρανταχτό. Για να φέρει λίγο «Διαφωτισμό» μέσα σε τόσο σκοτάδι.» Ανάβουν τα φώτα λοιπόν και πράγματι, νιώθεις λίγο «Διαφωτισμό» μέσα στο τόσο σκοτάδι του σήμερα…

Κείμενο| Βάσω Σπυροπούλου

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s