Είδαμε
Σχολιάστε

Μια ωραία ιστορία Έρωτα και Αναρχίας, μια ιστορία που πρέπει να ζήσουμε όλοι.

Θέατρο και κινηματογράφος. Δύο διαφορετικά είδη, δύο θεάματα-υπηρέτες της ίδιας τέχνης, αυτής που αποζητάμε για να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα που μας ταλανίζουν στην εφήμερη ζωή μας. Έχουμε ανάγκη να δούμε το είδωλό μας στον καθρέφτη, αποστασιοποιημένοι, να παρατηρήσουμε τη χαρά και στη λύπη του, τον πόνο και τη λύτρωσή του. Και όλο αυτό είναι μια διαδικασία πολλές φορές επίπονη καθώς ξεκινά από την όχι και τόσο αθώα ψυχαγωγία (άγω = οδηγώ την ψυχή) και καταλήγει στη μοιραία αναμέτρησή μας με τον ίδιο μας τον εαυτό, τις επιλογές, τα λάθη και τις παραλείψεις του. Σπουδαίοι δημιουργοί έχουν κατά καιρούς δώσει πνοή σε σημαντικά έργα, ηθοποιοί έχουν ενσαρκώσει πάνω στο θεατρικό σανίδι και στο κινηματογραφικό πανί ήρωες και υπερήρωες, ανθρώπους και ημίθεους. Ταυτιζόμαστε μαζί τους, τους λατρεύουμε και τους μισούμε, τους επικρίνουμε και αγωνιούμε για την τύχη τους.

Ο Τουνίν είναι ένας ήρωας αυτής της κατηγορίας, μέχρι πρότινος αποκλειστικά κινηματογραφικός, που φέτος όμως απέκτησε σάρκα και οστά και ανέβηκε στη σκηνή του Bios για να μας διηγηθεί την ιστορία του, μια ιστορία έρωτα και αναρχίας: Το απλό αγροτόπαιδο ζει στη φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι μέσα σε ένα κλίμα τρομοκρατίας. Όταν ο αδερφικός του φίλος, ιδεολόγος αναρχικός,  δολοφονείται από το καθεστώς, αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας την αποστολή του αδικοχαμένου, να σκοτώσει τον μισητό δικτάτορα. Επιχειρησιακά και ιδεολογικά απροετοίμαστος καταφτάνει στη Ρώμη και εκεί φιλοξενείται σε έναν οίκο ανοχής, καθώς ο σύνδεσμός του είναι η Σαλώμη, μια αναρχική πόρνη που εργάζεται εκεί.

               Ο αθώος Τουνίν θα ερωτευτεί ένα άλλο κορίτσι όμως του σπιτιού, την Τριπολίνα, και μαζί της θα ζήσει δύο μέρες έρωτα. Αυτός είναι ο χρόνος που του απομένει μέχρι την αποστολή του και σ’ αυτό το διάστημα θα γνωρίσει και τα άλλα πρόσωπα της ιστορίας του. Την ιδιοκτήτρια του οίκου ανοχής, την μαντάμ Αΐντα, τα υπόλοιπα κορίτσια, τον Γάλλο προστάτη τους και τον Σπατολέτι, τον βάναυσο επικεφαλής της μυστικής αστυνομίας του Ντούτσε, που λατρεύει, με τον δικό του τρόπο, τη Σαλώμη και τον οποίο οι συνωμότες χρειάζονται για να πετύχουν το στόχο τους.

               Τον Τουνίν ως ήρωα έπλασε η Λίνα Βερτμίλερ το 1973 στην αξέχαστη ταινία «Ιστορία Έρωτα και Αναρχίας» και ενσάρκωσε ο Τζιανκάρλο Τζανίνι, ερμηνεία που μάλιστα βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ των Κανών. Η ταινία που χαρακτηρίστηκε ως ιλαροτραγωδία, καθώς ακροβατεί ανάμεσα στην κωμωδία και στην τραγικότητα, αγαπήθηκε πολύ από το κοινό, όπως  και η μουσική του Νίνο Ρότα που ακούγεται σε αυτήν.

Τον Τουνίν όμως απέσπασε από την οθόνη ο Γιάννης Λασπιάς μερικές δεκαετίες αργότερα και τον έβαλε να ξαναζήσει μια ιστορία έρωτα και αναρχίας, θεατρική αυτή τη φορά. Και εδώ σταματούν οι συγκρίσεις. Γιατί ο Λασπιάς «πάτησε» μεν στο ωραίο σενάριο της Βερτμίλερ, έστησε όμως ένα άλλο σκηνικό μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η δράση. Οι ήρωές του αποκτούν μεγαλύτερο βάθος: Ο Τουνίν δεν είναι μόνο ένας αφελής και καλοκάγαθος χωρικός. Ξεκινά με την αθωότητα του αδικημένου, στην πορεία όμως ενηλικιώνεται ερωτικά και ιδεολογικά, με αποκορύφωμα την προσωπική του επανάσταση απέναντι τόσο στο φασισμό όσο και στην καταπιεστική αγάπη των γυναικών. Η Σαλώμη, πέρα από την ιδεολογική στράτευση, κουβαλά τα δικά της τραύματα, και ο Σπατολέτι εκπροσωπεί το στυγνό καθεστώς, που στην αρχή του έργου μπορεί και να μας κάνει να χαμογελάσουμε με τη χοντροκοπιά του μεσογειακού νότου αλλά στο τέλος θα δείξει το πιο σκοτεινό του πρόσωπο. Τα κορίτσια του πορνείου, ντυμένα στα φτηνιάρικα αραχνοΰφαντα (πολύ ωραία η δουλειά της Βασιλικής Σύρμα), τσακώνονται για τα εσώρουχα αλλά την ίδια στιγμή στέκονται απέναντι στον θεατή, και πονούν με τον σκληρό πελάτη, καγχάζουν και χαμογελούν πικρά.

 Το σχόλιο παραμένει πολιτικό και κατ’ουσίαν υπαρξιακό: Μπορεί ο έρωτας να συνυπάρξει με την επανάσταση, είναι μια πολιτική πράξη ή πρόκειται για δυο δυνάμεις αντίρροπες που αλληλουπονομεύονται;  Ο φασισμός είναι μόνο μια ιδεολογία ή διατρέχει τη ζωή του ανθρώπου σε όλες της τις εκφάνσεις; Όλα αυτά στην παράσταση ξεδιπλώνονται αβίαστα στο λιτό σκηνικό του Bios, που φρόντισε η Αρετή Μουστάκα και  που επιτρέπει στα πρόσωπα να δοκιμάζουν αυτά τα διλήμματα, αγγίζοντας σχεδόν τα όρια της σχιζοφρένειας. Όταν η Σαλώμη εξιστορεί στον Τουνίν την ιστορία του θείου της, που βασανίστηκε από τους φασίστες, ξεπηδά από την ιστορία ο ίδιος ο ήρωας και σέρνεται στον τοίχο μονολογώντας, στον ίδιο τοίχο που λίγο αργότερα ο Τουνίν θα ζήσει τον αθώο του έρωτα με την Τριπολίνα, ενώ στο πατάρι ο Σπατολέτι με τη Σαλώμη θα παρουσιάσουν σε μια άλλη, παράλληλη σκηνή, την άλλη πλευρά του έρωτα, τη σαρκική.

Έτσι, το έργο που δημιούργησε η Βερτμίλερ το 1973 και ο ήρωάς του αποκτούν μια άλλη διάσταση, θεατρική, αποδεικνύοντας πως τα ίδια διλήμματα, ερωτήματα, προβληματισμοί διαχρονικά απασχολούν την τέχνη και στα χέρια νέων ανθρώπων, με όραμα και φαντασία, μετουσιώνονται σε σπουδαία θεάματα, αναγκάζοντάς μας να ξαναερωτευτούμε τους ίδιους ήρωες από άλλη σκοπιά ίσως, να ανακαλύψουμε μια διαφορετική πτυχή τους. Ο Γιάννης Λασπιάς μας σύστησε και πάλι τον Τουνίν και την αναρχική του ιστορία. Αγαπήσαμε τους ήρωές της στο πρόσωπο των νέων, γεμάτων φρεσκάδα ηθοποιών, πονέσαμε τη Σαλώμη της Δώρας Χρυσικού, ανατριχιάσαμε με τον λίγο υπερβολικό ίσως Σπατολέτι του Διαμαντή Καραναστάση και χαρήκαμε τα κορίτσια της μαντάμ Αΐντα, μιας εξαιρετικής Ανδρομάχης Μαρκοπούλου.

Τίποτα όμως δε θα ήταν ίδιο αν στη συγκεκριμένη παράσταση έλειπε η σπουδαία δουλειά της Άλκηστης Πολυχρόνη που επιμελήθηκε την κίνηση των ηθοποιών και που λειτούργησε καταλυτικά σε πολλές σκηνές, σε συνεργασία με τις εύστοχες εναλλαγές του φωτισμού (Βαγγέλης Μούντριχας), τοποθετώντας τους ήρωες πάνω στη σκηνή άλλοτε ως ζωντανά γλυπτά και άλλοτε ως μαριονέτες. Τέλος, η αθάνατη μουσική του Νίνο Ρότα τραγουδά νυν και αεί για την οργή και για τον έρωτα, για τους άτυχους (canto per chi non ha fortuna), για σένα και για μένα, επιμελημένη με δωρικό τρόπο από την Ειρήνη Τηνιακού, συμπληρώνοντας το όλο.

Από Πέμπτη έως και Κυριακή λοιπόν, στο Bios εκτυλίσσεται μια ωραία ιστορία Έρωτα και Αναρχίας, μια ιστορία που πρέπει να ζήσουμε όλοι, επαναστάτες και υποταγμένοι, ερωτευμένοι και απογοητευμένοι, πάντως όλοι της γης οι κολασμένοι…

Κείμενο| Βάσω Σπυροπούλου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s