Είδαμε το 1984 της Κατερίνας Ευαγγελάτου με τον Αργύρη Πανταζάρα και Νίκο Κουρή.

Έργο πυκνό, βαρύ και ασφυκτικό! Μία παράσταση σκληρή και βασανιστική που κρατάει λίγο από την νύχτα σου. Λίγο από την διάθεσή σου. Λίγο από την επόμενη σου μέρα.

Το 1984 είναι ένα  κείμενο που διεισδύει πιο βαθιά κι από το θάνατο. Τα  σχεδόν 100 λεπτά θεατρικής πλοκής φαίνονται λίγα μπροστά στις άπειρες λέξεις του Τζώρτζ Όργουελ που περιγράφουν ένα αντικατοπτρικό σύμπαν. Προσπαθώ να μην φέρω στο μυαλό μου το βιβλίο. Ευθύς οι αμφιβολίες εξαφανίζονται. Η παράσταση είναι δυνατή! Το πρώτο μέρος μας εισάγει στην αδιάκριτη σχεδόν παρακολούθηση του ήρωα όπως ακριβώς κάνει κι ο Μεγάλος Αδερφός. Ομολογώ ότι παρά τη περιληπτική εξέλιξη των πραγμάτων ένιωσα τον πόθο του Ουίνστον να προστατεύσει την ατομικότητα του και αυτούσιο το μυαλό του. Ήξερα πόσο πολύ πονάει. Και ήθελα να επαναστατήσω εγώ για αυτόν, για μένα, για όλους. Σκέφτηκα τη κατάστασή μου, το τώρα, που ζω και ποιες οθόνες με παρακολουθούν.

Μία παράσταση αρωγός στην πνευματική μας αφύπνιση

Συνεχίζω να προσπαθώ να μη σκέφτομαι το βιβλίο και η πλοκή περπατάει στο δεύτερο σχεδόν μέρος, όπου με λύπη μου πληροφορώ τους μη γνώστες, ότι ο Ουίνστον πιάνεται από το “Kόμμα” και ακολουθεί την σωφροσύνη που του παρέχουν οι ευγενικοί κομματικοί. Έκρηξη έντασης μέχρι το τέλος. Όσο απειλητικά περιγράφονται όλα στην αρχή, τόσο και χειρότερα εξελίσσονται στο δεύτερο μέρος. Η παράσταση παίζει σε μία απόχρωση και έναν τόνο. Μπροστά στο κόκκινο μοιάζουν όλα ασήμαντα. Το αίμα σοκάρει. Η βία επίσης είτε ψυχική είτε σωματική. Ισχυροί διαπεραστικοί θόρυβοι βιάζουν την ακοή του θεατή που κάνει προσπάθειες να μην απομακρύνει το βλέμμα του από τον ήρωα. Ότι συμβεί σε αυτόν, συμβαίνει και σε μας.

Ο φόβος πλημμυρίζει όλα τα ζωτικά όργανα και προσπαθώ να συνηθίσω την εικόνα και τον πόνο. Τελειώνει η παράσταση και αδυνατώ να μην σκεφτώ πια το βιβλίο. Είναι δύσκολο, μουρμουράω. Θεατές και ηθοποιοί εκτελεστικά όργανα ενός κειμένου που μπορεί εύκολα να χρησιμοποιηθεί και σαν σκηνοθετικός οδηγός.

dudukatheatrophoto-nikos-pantazaras-3

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου σκηνοθετεί ένα έργο βασισμένο στην βρετανική διασκευή των Ρόμπερτ Άικι και Ντάνκαν Μακμίλαν χρησιμοποιώντας τρία βασικά στοιχεία. Ήχος, σκοτάδι και ψηφιακή εικόνα. Παρά την θεατρική διασκευή που δίνει βαρύτητα στη ζωή του Ουίνστον, υπάρχουν σχεδόν αυτούσια κομμάτια του Οργουελικού μυθιστορήματος που στέκονται στη σκηνή χωρίς παραπλάνηση. Πλακάκι λευκό, αλουμίνιο, τσίγκος και γυαλί, τα σκηνικά της Εύας Μανιδάκη. Υλικά ψυχρά και το δέρμα του Αργύρη Πανταζάρα χλωμό και άτονο ως Ουίνστον Σμιθ. Αγέρωχος στα ιδανικά και στο ρόλο του ο Αργύρης Πανταζάρας δίνει την εντύπωση ότι πραγματικά βασανίζεται εντός και εκτός σκηνής. Ο Νίκος Κουρής εμφανίζεται στητός και αυστηρός ως  Ο’Μπράιεν  που χωρίζει το ζευγάρι και παίζει με τις σκέψεις του ήρωα. Είναι η φρούδα ελπίδα του Ουίνστον για να επαναστατήσει αν πλέον αυτή η λέξη έχει την ίδια έννοια για όλους.

Πιστοί και αξιόλογοι όλοι οι ηθοποιοί όλων των ηλικιών. Θαρραλέο και δύσκολο να χρησιμοποιήσεις παιδί σε μία θεατρική παράσταση ακολουθώντας τα βήματα του συγγραφέα. Ευφυέστατο να εκμεταλλευτείς όλο το μήκος και πλάτος της σκηνής, ακόμα και τα μπαλκόνια. Μία παραγωγή που μας έχει λείψει από τα θεατρικά δρώμενα και μία ομάδα συντελεστών που δένει ωραία τα κομμάτια της. Σε κάθε περίπτωση βέβαια η συγκεκριμένη διασκευή/απόδοση στερείται μακροσκελών νοημάτων που προκύπτουν από το βιβλίο καθώς φωτίζει επιμέρους σκηνές για την διατήρηση της ιστορίας. Δεν παύει όμως να αποτελεί μία παράσταση αρωγό στην πνευματική μας αφύπνιση περισσότερο απ’ ότι μία αφορμή για έξοδο το Σαββατοκύριακο. Μία παράσταση που έπρεπε να επισκέπτονται λύκεια παρά το «ακατάλληλο» που υπονοείται τυπικά. Ένας λόγος για συζήτηση, μία αφορμή για δράση.

dudukatheatrophoto-nikos-pantazaras-6

Κρατάω στο μυαλό μου ότι εργασία του ήρωα Ουίνστον Σμίθ είναι να σβήνει την ιστορία και να την μεταβάλλει κατ ‘εντολή του «Κόμματος».  Έτσι οι αναμνήσεις είναι κατασκευασμένες και όχι πραγματικές. Κάποιος που ήξερες ότι υπάρχει, τώρα πια εξαφανίστηκε. Μία σκέψη που νόμιζες ότι είχες, τώρα δεν την έχεις πια και μία αναμφισβήτητη αριθμητική πράξη δεν φαίνεται να μπορεί να συγκρατήσει την αλήθεια στο μυαλό σου. Τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά σου αλλοιώνονται.  Ποιο το νόημα να επαναστατείς, σκέφτομαι. Κάποτε μπορεί να μην υπάρχουν καν λέξεις να τις πεις, ούτε άνθρωποι να αγαπήσεις.  Άραγε ξέρουμε όλοι κάθε στιγμή που βρισκόμαστε;

Κείμενο/Άννα Κάντα

Advertisements

Η παράσταση Lebensraum μειώνει την απόσταση θεατή και ηθοποιού για χάρη ενός πειράματος.

Σ’ ένα κενό γκρίζο δωμάτιο, δύο οθόνες υποδηλώνουν προφανώς και δύο θέσεις. Η ακολουθία λογικών συμπερασμάτων μπορεί να προκύψει από την παρατήρηση. Παρατήρηση ανθρώπινων αντιδράσεων που θα μας οδηγήσουν σε ένα ασφαλές συμπέρασμα. Μας αφορά άραγε ο λόγος και η διαδικασία ενός πειράματος; Ας πούμε πως όχι. Ας πουμε λοιπόν ότι μας πληρώνουν για να συμμετέχουμε σε ένα πείραμα. Δεν μας στοιχίζει απολύτως τίποτα παρα μόνο λίγο χρόνο που εξαγοράζεται επιεικώς προς όφελος πάντα κάποιας ευνοϊκής για τον άνθρωπο έννοιας βλέπε «επιστήμη». Η επιστήμη βοηθάει στην εξέλιξη του ανθρώπου. Άρα ένα πείραμα έχει πάντα καλό σκοπό.

Αυτή σας φαίνεται εξ ορισμού μία αισιόδοξη σκέψη;

Ο Θανάσης Τριαρίδης στο Lebensraum μας αποκαλύπτει ένα κείμενο μαθηματικής ακρίβειας. Lebensraum σημαίνει ζωτικός χώρος. Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται δεν είναι τυχαίες. Τίποτα σε ένα πείραμα δεν είναι τυχαίο. Οι ηθοποιοί Πάνος Ζουρνατζίδης και Σήφης Πολυζωίδης υπό την σκηνοθετική ματιά της Πηγής Δημητρακοπούλου ξεκινάνε στο θέατρο Faust μία σχέση ορισμένη στο χρόνο και στο είδος. Ο κάθε ένας έχει το χαρακτήρα του. Ο Σήφης Πολυζωίδης ανίδεος για την διαδικασία, εμφανίζει μία αφελή σιγουριά που θα επιστρέψει στο πρόσωπό του απειλητικά. Έχει το ρόλο του θύματος που εύκολα χάνει τον έλεγχο. Τον παλμό σε αυτό το παιχνίδι κρατάει περίτεχνα ο Πάνος Ζουρνατζίδης ως διαχειριστής του πειράματος. Άκαμπτος από τις αντιδράσεις του συνομιλητή του, τηρεί την διαδικασία σαν εντολοδόχος παρά το γεγονός ότι φαίνεται να περιπαίζει αυθόρμητα το θύμα του, όταν του δίνεται η ευκαιρία, προκαλώντας αμήχανα το γέλιο του κοινού.   Ευφυές στην σκηνοθετική απόδοση η απόσταση των ηρώων με το κοινό και οι αναπνοές του φωτισμού (Κοραής Δαμάτης). Οι κάμερες αρχικά προβάλουν τα πρόσωπα ενώ οι ίδιοι έχουν γυρισμένη την πλάτη τους στους θεατές. Η απόσταση είναι αρκετά μεγάλη και μοιάζει ασφαλής. Καθώς η σχέση των δύο εμπλεκομένων εξελίσσεται, τα σώματα τους στρέφονται ελαφρώς προς το κοινό αγνοώντας το διακριτικά μέχρι ο χειριστής του πειράματος να δηλώσει έμπρακτα την ύπαρξη των θεατών στην παράσταση. Η σχέση του κοινού με το πείραμα δε θα μείνει εδώ.

Μπορούμε όλοι να καταλάβουμε τη σημασία του ζωτικού χώρου. Μία έννοια που χρησιμοποιήθηκε επεκτατικά προς όφελος του ναζισμού.  Μία έννοια που παραβιάζεται συνεχώς στην καθημερινότητα μας προς όφελος κάποιου. Το πάτημα ενός κουμπιού μπορεί να είναι μία απλή κίνηση όσο και το τράβηγμα μιας σκανδάλης και η εμφύτευση του φόβου ένα αστείο για να ψαρώσουμε. Η σιγουριά της γνώσης και της μόρφωσης νομίζουμε ότι μπορεί να μας προστατεύσει από φασιστικές συμπεριφορές και ναζιστικά κατάλοιπα μα οι ενστικτώδεις αντιδράσεις μας καμιά φορά μπερδεύουν. Το άλλοθι μας συνήθως στρέφεται στο -τι έκαναν οι άλλοι-. Ένας αρκεί για να τον μιμηθούμε. Ξαφνικά μία παράσταση γίνεται πείραμα για εμάς ή και τον διπλανό μας. Λίγες φορές ο θεατής αισθάνεται τόσο ξεκάθαρα εμπλεκόμενος σε μία παράσταση, σαν να εξαπατήθηκε από τους ηθοποιούς όπως ένα πειραματόζωο κατά τη διάρκεια του πειράματος.

Η παράσταση Lebensraum δεν είναι ένα θεατρικό σχόλιο για το γερμανικό παρελθόν είναι ένα τρέχον σχόλιο για την άνοδο φασιστικών δράσεων είτε απαράμιλλα όμοιων του Χίτλερ είτε απομιμήσεις αυτών ακόμα και στην ζωή μας, στην δουλειά, στην οικογένεια, στη γειτονιά και σε κάθε γωνιά αυτής της κοινωνίας.

Η εφαρμογή  της -λογικής- γίνεται συνήθως πιο εύκολα στο κεφάλι κάποιου άλλου, σχολιάζει ο χειριστής του πειράματος και οι επιλογές που μας δίνονται είναι πάντα υπόλογες για τις πράξεις μας με την ψευδέσθηση ότι δεν είχαμε άλλες.

Τίποτα δε πρόκειται να σας βλάψει, μην ανησυχείτε!

Είναι απλά ένα πείραμα.

Κείμενο/ Άννα Κάντα

Πληροφορίες για την παράσταση θα βρείτε εδώ

Αφοπλιστικός Άρης Σερβετάλης στο ρόλο του Ριχάρδου Β’.

Ωραιοπαθής και εγωκεντρικός συστήνεται στο κοινό του σαν θεός  ή ουρανός. Θεωρεί τον εαυτό του μία οντότητα του κόσμου και όχι απλά ενός βασιλείου. Μία ύλη που δεν μπορεί να εξαϋλωθεί από την ύπαρξη καθαυτή. Μία υπερβολή της βασιλικής υπεροψίας χωρίς λέξεις πολλές παρα μόνο με μία. «Εγώ».

[Εγώ. Εγώ. Εγώ. Ο Βασιλιάς.]

Συνεχής ακολουθία κινήσεων των 4 ηθοποιών (Νίκος Καμόντος, Ερμής Μαλκότσης,  Ιωάννα Τουμπακάρη, Αχιλλέας Χαρίσκος) σαν απαγγελία δίχως τελείες και κόμματα ακολουθεί τον Άρη Σερβετάλη καθ’ όλη την διάρκεια της παράστασης ακόμα και σε μεγάλες αργές σιωπές.  Όλοι μαζί ή και χωριστά μετακινούνται από το φως στο σκοτάδι και πάλι πίσω με τελετουργικές κινήσεις σε ένα θολό κεκλιμένο τοπίο που ορίζει την κορυφή και την πτώση.

Μία μεγαλειώδης ενσάρκωση του υπερόπτη έφηβου βασιλιά από την μακρόσυρτη φιγούρα του Άρη Σερβετάλη που φαίνεται να ελέγχει πολύ καλά τις σπειροειδείς κινήσεις του σώματος του χωρίς να χάνει τίποτα απ’ τον λόγο του.

Κρεμάμενα μεγάφωνα σχηματίζουν σκιές πλανητών στο ταβάνι της σκηνής.  Μία σκηνή καλυμμένη με αμέτρητα χαλιά που ξεσκεπάζουν μια τεράστια επιφάνεια από πηλό. Πηλός που μοιάζει με χώμα και λάσπη τόσο βρώμικη όσο και οι μηχανισμοί εξουσίας. Οι εμπλεκόμενοι στην αυλή του βασιλιά πλάθουν σταδιακά την σφαίρα του Αγγλικού βασιλείου με τα δάχτυλά τους και την επιδεικνύουν περίτρανα σαν κεκτημένο τους δημιούργημα. Ένας υπέροχος άψυχος συμβολισμός που πέφτει κυριολεκτικά από τα χέρια του βασιλιά Ριχάρδου.

Σκοτάδι παντού.

Η περιγραφή της πτώσης  του βασιλιά δίνεται πολλές φορές στην παράσταση με την πραγματική ενέργεια της λέξης. Ο Άρης Σερβετάλης ως Ριχάρδος Β΄ χάνει σταδιακά την δύναμη να στηρίζεται στα πόδια του όσο οι κόλακες τον καθοδηγούν στα λάθη του. Με μελέτη ακριβείας ο Ριχάρδος κινείται στο χώρο σαν τον Δία κοιτάζοντας πάντα τον περίγυρό του από την μέση και επάνω. Το χρυσό χειροποίητο κολάρο που στηρίζει το βασιλικό κεφάλι του, τον εμποδίζει στην πραγματικότητα να κοιτάξει χαμηλά. Μία μεγαλειώδης ενσάρκωση του υπερόπτη έφηβου βασιλιά από την μακρόσυρτη φιγούρα του Άρη Σερβετάλη που φαίνεται να ελέγχει πολύ καλά τις σπειροειδείς κινήσεις του σώματος του χωρίς να χάνει τίποτα απ’ τον λόγο του.

Μία σκληρή και δομημένη δουλειά που ολοκληρώνει την έννοια της θέασης και διαφοροποιείται ευχάριστα από άλλες θεατρικές σκηνές της πόλης

Η Έφη Μπίρμπα για άλλη μία φορά καταφέρνει να οριοθετήσει ένα performing έργο σαν αλληλουχία εικόνων που συμπληρώνουν την ιστορία. Εικόνες που συνδέονται περισσότερο με την κίνηση παρά με τον λόγο και αυτό φαίνεται πλέον να είναι μία συνειδητή επιλογή, ίσως και στάση καλλιτεχνική που διαφοροποιεί ευχάριστα το θέατρο από αυτό που προβάλλεται συνήθως στις αθηναϊκές σκηνές. Στην σκηνοθεσία της Έφη Μπίρμπα παρατηρούμε την εμμονή σε λέξεις και κινήσεις που δημιουργούν μία επανάληψη χωρίς να περιπλέκουν το νόημα. Εν αντιθέσει φωτίζουν συγκεκριμένες πτυχές του Σαιξπηρικού έργου.  Μία σκληρή και καλά δομημένη δουλειά που πατάει στο φωτισμό του Θύμιου Μπακατάκη ολοκληρώνει την έννοια της θέασης και παραβλέπει ίσως αστοχίες ερμηνευτικές ή εκτελεστικές που μπορεί να βρεθούν τυχαία και να της στερήσουν μία φαινομενική τελειότητα.

Ο Ριχάρδος Β’ είναι ένα σπουδαίο σαιξπηρικό έργο που αυτή τη φορά αποδίδεται σαν πρωτόλειο κείμενο.  Ξαναγράφεται εξ αρχής και πραγματεύεται την κατακρήμνιση ενός βασιλιά που δεν κατέχει στο νου στρατηγικές παρά μόνο υπέρμετρη εκ γεννήσεως αλαζονεία. Η πτώση του είναι συνυφασμένη με την απώλεια του εαυτού του και δεν παίζει το ρόλο της τιμωρίας αλλά της προσωπικής επαναφοράς του. Ένας ήρωας που γίνεται συμπαθής όσο αποσυναρμολογείται στα κομμάτια του.

Κείμενο/Άννα Κάντα

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση θα βρείτε εδώ

Τι συνέβαινε τελικά στο μυαλό του Δανιήλ Χάρμς;

Π αράξενα γεγονότα που αν και ακούγονται τραγικά με έκαναν να γελάσω. Μία περίεργη σκοτεινή και καταθλιπτική ατμόσφαιρα σχηματίστηκε στο κεφάλι μου με τις εικόνες που έφτιαχναν τα λόγια του. Μου δημιουργήθηκε η περιέργεια να διαβάσω κι άλλο! Πως γίνεται και λόγια ασύνδετα μεταξύ τους να βγάζουν τόσο γέλιο, σκέφτηκα αφού έφυγα από την παράσταση. Είναι η απόδοση ή το κείμενο αυτό κάθε αυτό; Κι όμως ο ίδιος ο Δανιήλ Χάρμς ήθελε να δημιουργεί νομίζω την αίσθηση της οικειότητας και τι πιο οικείο από ένα αστείο ακόμα κι αν εμπεριέχει τον θάνατο. Ποιητής του παραλόγου και θεατρικός συγγραφέας της Ρωσίας που άφησε με ένα δικό του τρόπο το στίγμα του σε μία πολύ δύσκολη στιγμή της ιστορίας. «Θυσιάστηκε» όπως γράφει στο ημερολόγιο του ο πιστός του φίλος Γιάκοφ Ντρούσκιν για να συνεχίσουν άλλοι να γράφουν. Είναι ο ίδιος άνθρωπος που διαφύλαξε το έργο του Χάρμς για πολλά χρόνια μέσα σε μία βαλίτσα στο κοινόβιο διαμέρισμά του. Δεν ξέρω πολλά για την ζωή του Χάρμς και ψάχνω στα κιτάπια του διαδικτύου. Στα τέλη του 1931 συνελήφθη, φυλακίστηκε και εξορίστηκε για λόγους «οργάνωσης και συμμετοχής σε παράνομη, αντισοβιετική ένωση λογοτεχνών» ενώ αργότερα ξανα συλλαμβάνεται το 1941 για «ντεφετιστική» προπαγάνδα  δημιουργώντας, όπως είπαν, πανικό στο πληθυσμό εις βάρος της Σοβιετικής Κυβέρνησης. Ένα χρόνο σχεδόν μετά πεθαίνει πιθανότατα από ασιτία στην ψυχιατρική πτέρυγα των φυλακών του Λενιγκραντ. Ο ίδιος είχε προσποιηθεί αρκετές φορές ψυχιατρικές διαταραχές για να γλυτώσει από κατατάξεις που δεν επιθυμούσε. Ο χαρακτηρισμός «πέραν της νόησης» θα του ταίριαζε παρά το γεγονός ότι δεν ακολουθούσε τη γραμμή όσων περπάταγαν στον νεολογισμό (ποίηση ζαούμ).

Γράφει ο ίδιος

Προς τον αναγνώστη

Αναγνώστη, φοβάμαι πως δεν θα καταλάβεις τα ποιήματά μου. Θα τα καταλάβαινες, αν τα είχες γνωρίσει σταδιακά, έστω από διάφορα περιοδικά. Δεν είχες όμως αυτή την ευκαιρία, και με πόνο στην καρδιά εκδίδω την πρώτη μου ποιητική συλλογή.


Προς τον κριτικό


Πρώτον, πριν πεις οτιδήποτε για ανεπάρκειες στη μορφή των ποιημάτων μου, διάβασέ τα από το πρώτο ώς το τελευταίο. Δεύτερον, προτού με κατατάξεις στους φουτουριστές της προηγούμενης δεκαετίας, διάβασέ τους και μετά διάβασε εμένα
 ακόμη μια φορά.

 

Η γριά είναι το πρόσωπο που μου μένει από όλη την παράσταση. Η γριά που του δημιουργεί τόσα εμπόδια στη ζωή του, που λέω, θα είναι της φαντασίας του. Βότκα το ποτό που ζεσταίνει τους ανθρώπους και λίγα πράγματα για φαγητό, ψωμί ή μακαρόνια. Νέοι ερωτεύονται και κάποιοι άλλοι πεθαίνουν. Κυνικός ο τρόπος που ονειρεύεται ο Χαρμς. Σαν ονειρο είναι όσα βλέπω στην σκηνή. Ακούγονται πολλές συγχρονισμένες φωνές. Τα λόγια των ηθοποιών δεν βγάζουν πάντα το νόημα μιας ιστορίας. Άλλωστε πολλά από τα κείμενα του όπως έχουν βρεθεί δεν ακολουθούν πάντα χρονολογική σειρά και δεν υπάρχει προφανής «λογική» στη σειρά με την οποία παρατίθενται.

Δεν ήθελε.

Απόσπασμα από τα κείμενα του.

«Τι παράξενο, τι ανείπωτα παράξενο, που πίσω απ’ τον τοίχο, από τούτο δω τον τοίχο, στο πάτωμα κάθεται ένας άνθρωπος, με τα μακριά του πόδια απλωμένα, με κόκκινα παπούτσια και κακιασμένο πρόσωπο.
Φτάνει ν’ ανοίξεις στον τοίχο μια τρυπούλα και να κοιτάξεις, κι αμέσως θα δεις πώς κάθεται αυτός ο κακός άνθρωπος.
Αλλά ας μην τον σκεφτόμαστε. Τι είναι; Δεν είναι ένα μόριο νεκρής ζωής, που πέταξε ώς εμάς από κάποιο φανταστικό κενό; Όποιος και να ’ναι, ο Θεός μαζί του».

22 Ιουνίου 1931

Όσο διαβάζω γι αυτόν τόσο συνειδητοποιώ πόσο διαφορετικός είναι..πόσο απαραίτητος στη Ρωσία και στην ιστορία της λογοτεχνίας. Έργα του έχουν συγκριθεί με το θέατρο του παραλόγου του Ιονέσκο και του Μπέκετ που ακολούθησαν πολύ αργότερα και γνώρισαν περισσότερο φως. Προσπαθώ να ξεχωρίσω κάποιον από τους ηθοποιούς μα αδυνατώ. Είναι όλοι τους τόσο καλοί, τόσο αστείοι μπροστά στο κακό που συμβαίνει. Νιώθω τον Χαρμς θύμα τυχαίων «άτυχων» γεγονότων, παρατηρητή και σχολιαστή πραγμάτων που δεν κατανοεί ούτε ο ίδιος πλήρως. Κι όλοι αυτοί γύρω του μοιάζουν να τον κοιτάνε καχύποπτα, περίεργα. Είναι οι ήρωες του στα κείμενα του. Μάλλον αυτό θα ζούσε τότε. Τι να συνέβαινε άραγε στο μυαλό του Δανιήλ Χάρμς;

* Ερέθισμα της έρευνας ήταν η παράσταση «Στο μυαλό του Δανιήλ Χάρμς» που παίζεται αυτή την περίοδο στο θέατρο του Νέου Κόσμου. Πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του βρέθηκαν στο καλοστημένο site των εκδόσεων του, Nefeli Books.  Συνειδητά επιλέγω να μην μιλήσω με περισσότερες λεπτομέρειες για την παράσταση γιατί θέλω όσο απρόσμενα έρχεται κάτι καλό ή κακό στη ζωή μας, έτσι παράλογα να έρθει κι ο Χάρμς στη δική σας.

Κείμενο/ Άννα Κάντα

Υποκλιθήκαμε στη Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς, θέατρο θησείον.

Θησείον, ένα θέατρο για τις Τέχνες. Η ιστορία σχεδόν ήδη γνωστή. Η θεατρική παράσταση «Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς-Ενθύμιον» αφορά μια γυναίκα με τελείως ακούρδιστη φωνή που καταφέρνει και γεμίζει συνεχώς τα κονσέρτα της.  Λίγο οι φίλοι και οι γνωστοί στην αρχή, λίγο η οικονομική της άνεση την βοηθάνε να νιώθει σίγουρη για τις ικανότητες της  παρά το γεγονός ότι αναμφισβήτητα καμία νότα δεν εξέρχεται σωστά από τον λάρυγγά της.   Λάτρης της μουσικής, γνωρίζει όλα τα τραγούδια και τις μελωδίες και λαχταρά να τα τραγουδήσει με όση ατελέσφορη δουλειά κι αν απαιτείται δίπλα στον πιανίστα και συνοδοιπόρο της, που κατά την ίδια, ήταν μοιραίο να γνωρίσει.

Η Ναταλία Τσαλίκη αποθεώνει σταδιακά τον χαρακτήρα της σοπράνο καθώς ξεγυμνώνεται κυριολεκτικά μπροστά στο κοινό της.

Τέσσερις δοκοί απειροελάχιστης διαμέτρου, σαν κλωστές, κρατάνε το πάτωμα της κυρίας Τζένκινς. Μια πολυθρόνα με χρυσές λεπτομέρειες προϊδεάζει την ατμόσφαιρα.  Το γραμμόφωνο δίπλα να παίζει που και που αποσπάσματα και ένα συρτάρι κρυφό γεμάτο λιχουδιές εκπλήσσει ευχάριστα την σχέση των δύο ηρώων.  Τίποτα λιγότερο ή τίποτα περισσότερο δεν χρειάστηκε στη σκηνή για τον Κόσμο Μακ Μουν και την Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς. Δυό τους αναπτύσσουν  μια σχέση εμπιστοσύνης με ψεγάδια αμφιβολίας που διαλύονται εμμονικά από την κυρία Φόστερ. Τα κοστούμια, το μακιγιάζ και οι κομμώσεις των δύο πρωταγωνιστών εντυπωσιάζουν και μαγνητίζουν τον θεατή (σκηνικά/κοστούμια Λουκία Χουλιαρά- σχεδιασμός μακιγιάζ Ιωάννα Μπάκα).

Η Ναταλία Τσαλίκη ενσαρκώνει ένα ρόλο κωμικοτραγικό με απόλυτη μαεστρία. Υποστηρίζει μία εκλεπτυσμένη φιγούρα με γούστο και φινέτσα εποχής, που όμως τα λόγια της την κάνουν να φαίνεται αστεία. Αφήνει απλόχερα την αθωότητα της να σε γοητεύσει και να την συμπαθήσεις καθώς προχωράει στα βάθη της παράστασης και απεγκλωβίζεται από το κομψό περιτύλιγμα της. Αποθεώνει σταδιακά τον χαρακτήρα της σοπράνο καθώς ξεγυμνώνεται κυριολεκτικά μπροστά στο κοινό της. Αποκαλύπτει την αλήθεια της Φλόρενς χωρίς να την εκθέσει ανεπανόρθωτα και να την λυπηθούμε. Είναι χαριτωμένη μέσα στην επιλεκτική άγνοια της. Ακόμα και ο Κόσμο Μακ Μουν που την περιπαίζει, κατά βάθος την λατρεύει.

Αναπάντεχα αστείος στις εκρήξεις του ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος

Επιτυχημένα σαρκαστικός ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος απέναντι της απελευθερώνει γέλιο με τις εκφράσεις του και τις εκφάνσεις απόγνωσης στο πρόσωπο του. Είναι ο κρίκος που επικοινωνεί με το κοινό εκμυστηρεύοντας μας τις σκέψεις του. Η συμμετοχή του στην μετάφραση του έργου μαζί με τον σκηνοθέτη Γιάννο Περλέγκα του δίνει την άνεση να καθοδηγεί ρεαλιστικά τη σοπράνο Φόστερ σε όλη της τη ζωή. Εντυπωσιάζει με τις φωνητικές του ικανότητες που δεν περιμένεις να ακούσεις και ως Κόσμο αντικατοπτρίζει τον ήχο της λογικής και της αληθινής μουσικής. Και οι δύο ακουμπάνε ένα είδος με απόλυτη αξιοπρέπεια στη μουσική και στις φωνητικές δεξιότητες (Φωνητική διδασκαλία: Ευαγγελία Καρακατσάνη) δίνοντας μια διαφορετική απόδοση στην ιστορία της σοπράνο. Εικόνες εμφανίζονται στο φόντο του θεάτρου κουμπώνοντας στιγμές της ιστορίας. Το πάζλ ολοκληρώνεται για τον μύθο γύρω από την Φλόρενς. Όσο και αν ο Κόσμο προσπαθεί να την προστατεύσει αυτή και τον ίδιο του τον εαυτό τόσο ανακαλύπτει τις δικές του αποτυχίες. Όχι στη μουσική όσο στη ζωή του. Τι σημασία έχει να είσαι καλός μουσικός; Είναι άραγε αληθινή μουσική αυτή που ακολουθεί τις νόρμες και τους κανόνες; Ή μήπως είναι πιο αληθινή αυτή που «ακούμε μέσα στο κεφάλι μας»;Αυτή που νιώθουμε!

Μία παράσταση για την τελειότητα. Μία αληθινή ιστορία για την εμπιστοσύνη που δείχνουμε στον εαυτό μας. Αν πιστεύουμε σε μας τότε κανένας δεν θα μας οδηγήσει στην καταστροφή μας παρά μόνο ο εαυτός μας. Αν καταφέρουμε να τον συγχωρέσουμε τότε η πτώση θα είναι κ επιτυχία. Μόνο έτσι.

Κείμενο/Άννα Κάντα

Δείτε φωτογραφίες από την παράσταση εδώ

Είδαμε το Camille Claudel Mudness στο θέατρο Vault.

Τα κρεβάτια φτιαγμένα από σίδερο είναι πάντα κρύα, παγωμένα και ο ύπνος άσχημος σχεδόν ανύπαρκτος. Το δωμάτιο της ψυχιατρικής κλινικής Ville Evrard δε θα μπορούσε να είναι περισσότερο φιλόξενο από μια φυλακή. Αυτή θα είναι από δω και πέρα η ζωή της Καμιλ, μία από τις μεγαλύτερες γλύπτριες που γνώρισε το Παρίσι.

Καμίλ Κλωντέλ.

Ένα μεγάλο ταλέντο που εγκλωβίστηκε στα παιχνίδια του μυαλού και της κοινωνίας που μεγάλωσε. Το εργαστήριο της ήταν ένα δωμάτιο, ίσα για να χωράει να δουλεύει, ούτε καν για να κοιμάται και να τρώει. Δεν είχε λεφτά για τίποτα άλλο παρά μόνο τα υλικά της. Δεν την ένοιαζε άλλωστε η καθαριότητα και η ποιότητα ζωής, σημασία είχε να δημιουργεί.

Εγκλεισμός και αποκλεισμός είναι φαινόμενα όχι μόνο του παρελθόντος, αλλά και της σύγχρονης κοινωνίας.

Ο Γιάννης Λάσπιας τοποθετεί την ηρωίδα σε ένα φανταστικό διάλογο με την ψυχοθεραπεύτρια Κονστανς Πασκάλ.  Δυο τους ανταλλάσσουν πληροφορίες εμπιστοσύνης που χτίζεται λεπτό με το λεπτό. Δύο υπαρκτά πρόσωπα που στην πραγματικότητα δεν συναντήθηκαν ποτέ. Η αληθινή ιστορία της γλύπτριας αποκαλύπτει έναν κρυφό έρωτα που της στοίχισε πολλά. Μαρτυρίες λένε την μεγάλη επιρροή που είχε ο ένας στον άλλον τα χρόνια εκείνα. Η ζεστή και εκφραστική φωνή του Στέλιου Μάινα ως Ροντέν αποκαλύπτει τα γράμματα πάθους που λάμβανε η Κλωντέλ όσο μεγάλωνε η φήμη της μέχρι ο έρωτας της να της σαγηνέψει την λογική και να την παγιδεύσει στο ψυχρό αυτό δωμάτιο της ψυχιατρικής κλινικής. Η Δάφνη Μανούσου τρεμάμενη  από το σοκ της ψύχωσης βασανίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης πείθοντας πως η λογική δεν την έχει εγκαταλείψει εντελώς και οι κατηγορίες της προς την οικογένεια της αγγίζουν έστω και λίγο την πραγματικότητα. Με αυτοέλεγχο η Στέλλα Μπούρου ως ψυχίατρος Κονστανς Πασκάλ εκμυστηρεύεται στο κοινό την παράλληλη κρυφή ζωή της και τη μεγάλη συμπόνια που νιώθει προς το πρόσωπο της Καμίλ για τα τόσα κοινά που έχουν μεταξύ τους. Οι δυό τους  εκφράζουν άρτια την δυσκολία τους να επιβιώσουν σε ένα τόπο που δεν θεωρεί δεδομένη την ελευθερία έκφρασης. Η μοναδικότητα της παράστασης έγκειται στη διαφορετική επιλογή αντίδρασης στον περιορισμό των προσωπικοτήτων τους. Η καλλιτέχνης έντονα εκφραστική φωνάζει και κραδαίνει το σώμα της απειλητικά για την απομόνωση που βιώνει και την μανία που την έχει στοιχειώσει ενώ ταυτόχρονα η ψυχίατρος Πασκάλ καλείται να την βοηθήσει όταν η ίδια στην πραγματικότητα δεν μπορεί παρά να εκτονώνει μυστικά την δικιά της απόγνωση για τη ζωή της και τις επιλογές της.

Μία σκηνή σκούρα στο χρώμα, ένα κρεβάτι, ένα γραφείο και πίσω κάποια σκιαγραφημένα αντρικά σώματα. Αυτό είναι το σκηνικό του Παντελή Ξηροχειμώνα στην σκηνή του Vault Theater για το έργο που έγραψε ο Γιάννης Λάσπιας δίνοντας φωνή σε μια εποχή που η τιμή και το όνομα είχαν περισσότερη αξία από το «υπάρχω» του κάθε ανθρώπου και φωτίζει έντονα τις πτυχές της γυναικείας εξέλιξης σε ένα κόσμο ανδροκρατούμενο που δεν χωράει δικαίωμα σε κάτι άλλο διαφορετικό από αυτό που προστάζει η ηθική και το σωστό.

Εγκλεισμός και αποκλεισμός είναι φαινόμενα όχι μόνο του παρελθόντος, αλλά και της σύγχρονης κοινωνίας. Το άσυλο της καρδιάς μας μπορεί να βρίσκεται σε κάθε δωμάτιο, σε κάθε οικογένεια δίπλα μας και η ελευθερία δυστυχώς ακόμα, δεν είναι συχνά επιλογή.

Κείμενο/Άννα Κάντα

Πληροφορίες για την παράσταση θα βρείτε εδώ.

Γιατί να θέλει κάποιος το ρόλο του πατέρα;

Ατελείωτες ώρες αναμονής μπροστά σε ένα γεγονός που μάλλον ευχάριστο δε θα είναι. Κι αν δε θες να είσαι εκεί, είναι ηθικό και πρέπον και δεν μπορείς να το αποφύγεις. Είναι υποχρέωση σου. Είναι πατέρας σου. Είσαι παιδί του. Μα η αγάπη είναι συναίσθημα και όχι χρέος, σκέφτομαι. Δεν είμαι εγώ στην αίθουσα αναμονής έξω από το χειρουργείο. Είναι αυτοί. Πέντε αδέρφια και ένας άγνωστος σχεδόν συμπαθής.

Ο βασιλιάς Ληρ είναι ένα παιχνίδι.  Ένα παιχνίδι που παίζουν όλοι στην οικογένεια από μικροί. Όχι σήμερα όμως! Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή. Αμηχανία τους προκαλεί, σαν κάτι να προσπαθούν να αποφύγουν. Ξέρουν λέει την εξέλιξη του.  Ο βασιλιάς Ληρ έχει τρεις κόρες όσες είναι στη σκηνή. Η τελευταία η μικρότερη απομονώνεται από τα υπόλοιπα αδέρφια της . Δεν ξέρει πώς να εκφράσει την αγάπη της προς τον πατέρα της. Προς τον αδερφό της. Προς έναν ξένο. Κι όμως είναι η μόνη που μεταφέρει το συναίσθημα της αγνά.  Δεν καταλαβαίνω…

Φαίνεται όλοι να το ζουν τόσο έντονα. Οι κινήσεις τους γεμίζουν κάθε κενό. Η παράσταση φαίνεται και είναι δουλεμένη. Οι εκφράσεις τους είναι απολαυστικές. Τι είναι αυτό που τους συμβαίνει;  Μόνο με τον ξένο νιώθω κοντά.

Μία παράσταση σε ψυχρές παστέλ αποχρώσεις της Ιόλη Ανδρεάδη στέκεται ως ποιητική μελέτη του βασιλιά Ληρ   με αρκετά αφαιρετικά στοιχεία. Γεωμετρικά σχήματα στο πάτωμα και λάμπες φθορίου να τρεμοπαίζουν στο ταβάνι με ψήγματα ήχου ατμοσφαιρικού στις παύσεις. Ρούχα ελαφρώς επίσημα και ερμηνείες υπέροχες σου μεταδίδουν την ένταση του προσώπου που μιλάει ή που σωπαίνει.  Η κινησιολογία και η σκηνοθεσία χτίζουν μία μεταμοντέρνα παράσταση που βασίζεται περισσότερο  στην ερμηνεία και όχι τόσο  στην εικόνα. Η  απόδοση του δισυπόστατου κειμένου όμως πότε στα λόγια του βασιλιά Ληρ και πότε στα λόγια του σήμερα ως εικονικός υποτιτλισμός είναι ένα δύσκολο εγχείρημα που δημιουργεί  πολλά κόμματα στην ανάγνωση του θεατή. Ευθυτενής ροή χωρίς καμπουριάσματα και απογειώσεις κρατάει το ανικανοποίητο ως το σύντομο τέλος της.

Ο νέος Ληρ υπάρχει σε κάθε οικογένεια. Μίσος, αγάπη είναι σχεδόν το ίδιο. Αν αγαπήσω τον εαυτό μου, μπορεί να μισήσω εσένα. Κι αν αγαπήσω εσένα τότε πως θα αγαπήσω τον εαυτό μου; Αυτή είναι η κοινωνία.  Ο Young Lear είναι μία παράσταση που θα ήθελα  να είμαι ο ηθοποιός της περισσότερο απ’ ότι ο θεατής της.  Ακόμα αναρωτιέμαι, γιατί αλήθεια να θέλει κάποιος τον ρόλο του πατέρα;

Κείμενο/Άννα Κάντα

Ταυτότητα παράστασης

Ερμηνεύουν (αλφαβητικά): Χρηστίνα Γαρμπή, Ελεάνα Καυκαλά, Θύμιος Κούκιος, Μαρία Προϊστάκη, Νεκτάριος Σμυρνάκης, Μιλτιάδης Φιορέντζης

Σύλληψη – Σκηνοθεσία – Μετάφραση – Κίνηση: Ιόλη Ανδρεάδη, Κείμενο: Ιόλη Ανδρεάδη & Άρης Ασπρούλης

Σκηνογραφία – Κοστούμια: Δήμητρα Λιάκουρα, Ηχοτοπίο: Γιάννης Χριστοφίδης, Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα, Κατασκευές: Περικλής Πραβήτας, Βοηθός Σκηνοθέτη: Νίκος Νικολαΐδης, Βοηθός Παραγωγής: Γιάννης Παυλόπουλος

Φωτογραφίες:  Πάνος Μιχαήλ & Κική Παπαδοπούλου,Video Trailer: Διαμαντής Καραναστάσης

Οργάνωση Παραγωγής: Art Minds – Γιάννης Γκουντάρας

Παραγωγή: Ελληνικό Φεστιβάλ 2016

Περισσότερες πληροφορίες εδώ

Άγριος Σπόρος ΘΕΑΤΡΟ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ

 

«Τροχίζω πρώτα το μαχαίρι, τ ‘αφήνω σε κρύο νερό να σφίξει το ατσάλι, φοράω τις γαλότσες για τα αίματα και δένω μπροστά ένα νάιλον.»

Ποδοκλείδωμα κάνει ο Σταύρος στα γουρούνια. Τα άλλα ακούνε τα σκουξήματα  και ταράζονται. Μετά τους ρίχνει λίγο φαΐ και ξεχνιούνται. Όπως γίνεται και με τους ανθρώπους. Έτσι δεν γίνεται;

Οι ξένοι μάλλον δεν σφάζουν έτσι. Με ποδοκλείδωμα. Είναι πιο καθωσπρέπει ρε παιδί μου, πώς να το κάνουμε; Έχουν πιο εξελιγμένα μέσα.  Είναι άγριος ο άνθρωπος που βαστάει μαχαίρι άλλωστε. Δεν ξέρεις τι μπορεί να κάνει.

 Έχω γνωρίσει πολλούς σαν τον Σταύρο.  Κάθε χρόνο στη παραλία, στο χωριό. Όχι μόνο στο δικό μου. Και στα νησιά που γεμίζουν τουρίστες.  Τύποι σαν τον Σταύρο ξεχωρίζουν από μακριά. Όχι , δεν λέω από τα ρούχα. Είναι η άνεση στο χώρο. Είναι σαν να τους ανήκει το χώμα που πατάνε. Σαν να τους ανήκει ο ουρανός. Ο αέρας που αναπνέουν. Ξέρω τέτοιους πολλούς.  Ανοιχτοχέρηδες αλλά οξύθυμους. Όλο λόγια και πατέντα.  Σαν τον πατέρα μου. Σαν τον παππού μου. Και να πεις ότι είχανε λεφτά; To θηρίο κι αυτοί τάιζαν, το ίδιο που ταΐζει κι ο Σταύρος τώρα.

«Όταν έχουμε, θα πληρώσουμε»

Και κλήσεις. Και ΦΠΑ. Και μία άδεια να περιμένεις. Εφορία. Ταμείο. Ένα κλείνεις, δύο ανοίγουνε. Το χειρότερο είναι όμως το βλέμμα των άλλων. Όχι τα χρέη. Με αυτά μάθαμε να ζούμε. Το βλέμμα όμως αυτό το υπεροπτικό… Αλλά που να καταλάβουν αυτοί; Όταν σφάζει ο Σταύρος τα γουρούνια, βάζουνε όπερα για να μην ακούνε.

Κάποιοι λένε ότι  σε αυτή τη χώρα πλέον κάνουμε ότι λένε οι ξένοι. Και μας επιβλέπουν οι Έλληνες που τους υπακούν. Το κακό δεν είναι ότι δεν μας καταλαβαίνουν οι ξένοι. Το κακό είναι που δεν μας καταλαβαίνουν  ούτε οι έλληνες, που μέχρι τώρα έκαναν τα ίδια με εσένα.  Μην το παίρνεις προσωπικά. Δεν λέω εσένα.

Αυτός είναι ο «Άγριος Σπόρος» στο Επι Κολωνώ . Τάκης Σπυριδάκης ως βασικό μέρος του τοπίου με την παράνομη καντίνα του, την κόρη του και τον Τάκη από το τμήμα του χωριού. Λέξεις και διάλογοι από τον Γιάννη Τσίρο που αφορούν το τώρα, το πριν και ποιος ξέρει για το μετά. Αλλού. Όπου φυτρώσει ο σπόρος. Σύγχρονη νεοελληνική γραφή  πάνω σε μία, εδώ και χρόνια, συμπαθέστατη φιγούρα του Τάκη Σπυριδάκη που έχει το απυρόβλητο ότι κ αν κάνει ή δεν κάνει. Ντάνη Γιαννακοπούλου και Ηλίας Βαλάσης, δυο αξιοπρεπείς ερμηνείες μαζί με τον Τάκη Σπυριδάκης κάνουν τον Άγριο Σπόρο δοσμένο όμως σε τόσο ρεαλιστικό μοτίβο που δεν έχει και πολύ σχέση με την θεατρικότητα.  Παρόλα αυτά σε ακουμπάει. Πιο πολύ τώρα.  Αν  μη τι άλλο σε αφορά. Ούτως ή άλλως το συζητάς, το σκέφτεσαι.  Είσαι κ εσύ σαν  Έλληνας. Δεν είσαι;

«Ένα ελάττωμα έχουμε κ εμείς να κερνάμε, που θα πάει θα το κόψουμε κ αυτό.»

Κείμενο/Άννα Κάντα

Ταυτότητα Παράστασης

Παραγωγή: Ομάδα Νάμα
Κείμενο: Γιάννης Τσίρος
Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη
Σκηνικά, Κοστούμια, Δ/νση Παραγ.: Γιώργος Χατζηνικολάου
Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος
Μουσική & Επιμέλεια ήχου: Στέλιος Γιαννουλάκης
Φωτογραφίες: Δημήτρης Στουπάκης
Βοηθός σκηνοθέτη: Περίκλεια Χονδροπούλου